Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

1η ΑΠΡΙΛΙΟΥ – ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ




Ο γράφων θεωρεί ότι μια επέτειος τιμάται όχι μόνο με πανηγυρισμούς αλλά και με μια καλόπιστη κριτική διάθεση.


Διότι πως αλλιώς θα εξαχθούν τα αναγκαία ιστορικά μηνύματα;

Για να προλάβω και κάποιους καλοπροαίρετους θα επισημάνω δύο σημεία:

1. Το θέμα της ανάρτησης δεν έχει να κάνει τίποτε απολύτως με όσους σκοτώθηκαν, πολέμησαν, βοήθησαν ή συνέδραμαν τον αγώνα.

2. Επέλεξα τη σημερινή μέρα διότι αυτή προσφέρεται για τέτοιες αναλύσεις. Και είμαι σίγουρος ότι αν το έκανα σε οποιαδήποτε άλλη μέρα κάποιοι θα διερωτούνταν γιατί το θυμήθηκα στα… καλά καθούμενα.


Σημειώνω λοιπόν ότι η προσέγγιση που θα ακολουθήσει είναι καθαρά πολιτική.


Σκέψεις για ένοπλο αγώνα – Η επιλογή Γρίβα


Σκέψεις για τη δημιουργία κάποιας μορφής ένοπλου αγώνα ξεκίνησαν ευθύς αμέσως μετά το δημοψήφισμα του 1950 το οποίο συντριπτικά κατέδειξε τη θέληση των Ελλήνων της Κύπρου να ενώσουν το νησί με την Ελλάδα.


Σκέφτονταν ξεχωριστά αυτό το ενδεχόμενο ο Μακάριος, ο Γρίβας, ο κύπριος στρατιωτικός Μενέλαος Παντελίδης και μερικοί πολιτευτές.


Όταν ήρθε η ώρα να αναθέσει ο Μακάριος την αρχηγία του ένοπλου αγώνα σε κάποιο έμπειρο άτομο με στρατιωτικές γνώσεις, του προτάθηκαν διάφορα ονόματα.


Εκείνος απέρριψε τους πάντες και επέλεξε το Γρίβα.


Μια εκδοχή φέρει το Μακάριο να κατέληξε σε αυτή την επιλογή βασιζόμενος στη προσωπική τους γνωριμία με τον Γρίβα (από την οργάνωση των Χιτών), το ότι ήταν κύπριος, τα ιδεολογικά κοινά που είχαν μεταξύ τους, καθώς και τα στρατιωτικά του προσόντα.


Μια άλλη εκδοχή φέρει τον στρατάρχη Παπάγο να πρότεινε στο Μακάριο τον Παντελίδη και να είπε τη γνωστή ρήση ότι «Με τον Γρίβα εύκολα μπλέκεις αλλά δύσκολα ξεμπλέκεις».


Μια άλλη εκδοχή φέρει τον Παπάγο να κατέληξε στον Γρίβα και να τον επέβαλε στο Μακάριο.(Αναφορά Σωκράτη Ηλιάδη στην ίδια εκπομπή ).


Ο μόνος που είχε άμεση εμπλοκή στο θέμα, ο Ανδρέας Αζίνας, διαψεύδει ότι τέθηκαν ενώπιον του Μακαρίου τα ονόματα τεσσάρων ή πέντε στρατιωτικών.


Μιλώντας στον γράφοντα στο ραδιόφωνο του ΑΣΤΡΑ την 1η Απριλίου 1998 είπε τα εξής ενδιαφέροντα:

«Όταν ο Γρίβας επέστρεφε στην Ελλάδα από την Κύπρο το 1951, διεμήνυσε μέσω του στρατηγού Κοσμά στον Παπάγο ότι ετοιμάζεται για δυναμικό αγώνα και ο Παπάγος στις 8 Μαΐου ’51 του απάντησε ότι δεν επιθυμεί ανάμειξη. Αυτές τις θέσεις ο Παπάγος τις κράτησε μέχρι το 1954. (…) Το 1954 του ανάφερε ο Μακάριος όταν πλέον είμεθα έτοιμοι – έφτασε ήδη και το πρώτο φορτίο οπλισμού – για ένοπλο αγώνα. Του έβαλε το όνομα Γρίβας κάτω, και [ ο Παπάγος] είπε ότι κάτι μου έχει μηνύσει [ο Γρίβας] διά του στρατηγού Βεντήρη το 1952 και το 1951 δια του στρατηγού Κοσμά. Και είπε εκείνη τη φράση ότι, να είστε προσεκτικός Μακαριότατε διότι ο Γρίβας είναι δύσκολος χαρακτήρας. Και όταν του είπε αυτό το πράγμα ο Παπάγος, ανεφέρετο στην μέχρι τότε πολιτική ζωή του Γρίβα. (…) Τότε έγινε συζήτηση μεταξύ μας, Λοϊζίδης, Μακάριος κι εγώ και εκεί μπήκαν τρία ονόματα διότι στο μεταξύ ο στρατηγός Παντελίδης που ήταν ένας περίλαμπρος αξιωματικός του ελληνικού στρατού και στον οποίο οφείλεται η επιτυχία που είχε ο ελληνικός στρατός στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, διότι είχε έναν Παντελίδη υπεύθυνο της στρατολογίας…». (Οι υποψήφιοι αρχηγοί ήταν: Γρίβας, Κατσώτας, και Παντελίδης).


Τελικά επιλέγηκε ο Γρίβας. Καλώς ή κακώς είναι ένα θέμα το οποίο σηκώνει μεγάλη συζήτηση διότι από τη μια ήταν οι στρατιωτικές του ικανότητες και από την άλλη το μεγάλο του πείσμα και η ξεροκεφαλιά του που όπως φάνηκε στη συνέχεια δημιούργησε πολλά προβλήματα στην Κύπρο.


Η προετοιμασία του αγώνα της ΕΟΚΑ και οι πρώτες διαφωνίες


Αμέσως μετά την επιλογή του αρχηγού ξεκίνησαν σε έντονους ρυθμούς οι προετοιμασίες.


Παράλληλα όμως ξεκίνησαν και οι μεγάλες διαφωνίες που πολλές φορές ήταν και

εντονότατες. Το επίκεντρο των διαφωνιών ήταν ο Γρίβας που κατά διαστήματα τσακώθηκε με το Μακάριο, τους Σάββα Λοϊζίδη και Σωκράτη Λοíζίδη και άλλους.


Η βασική διαφωνία Μακαρίου Γρίβα ήταν η μορφή του αγώνα. Ο Μακάριος επέμενε σε δολιοφθορές σε κτίρια και εγκαταστάσεις (γραμμή Παντελίδη) και όσον το δυνατόν αναίμακτες, σε αντίθεση με τον Γρίβα που επέμενε με τη σειρά του σε κανονικό ανταρτοπόλεμο με όλες τις απαιτούμενες θυσίες και αίμα. Στο τέλος ο Μακάριος αναγκάστηκε να συγκατατεθεί.


Στα απομνημονεύματα του (σελ. 21) ο ίδιος ο Γρίβας αναφέρεται σε αυτές τις διαφωνίες και σημειώνει:

« Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συνεφώνησε ότι πρέπει να αναληφθεί δυναμική ενέργεια, διεφώνησε όμως προς την έκτασιν ταύτης, επιθυμών, όπως ο αγών λάβει την μορφήν μόνον δολιοφθορών ουχί δε ενόπλου δράσεως αντάρτικων ομάδων. Με την άποψιν τούτην δεν συνεφώνησα, εμμένων επί του αρχικώς συλληφθέντος γενικού σχεδίου μου. Την 7ην Ιουνίου 1953 με επεσκέφθη εν Αθήνας ο Ανδρέας Αζίνας εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου και ανέφερε, ότι ούτος ζητεί να αποσταλούν εις Κύπρον μόνο μέσα δια δολιοφθοράς (νάρκαι, χειροβομβίδες), ουχί δε αυτόματα και τυφέκια και ότι η επιθυμία του είναι, όπως ουδείς εξ Ελλάδος μεταβή εις Κύπρον (υπονοών ασφαλώς εμέ)».


Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συνέχεια της υπόθεσης και η απάντηση που έστειλε μέσω Αζίνα ο Γρίβας προς τον Μακάριο, όπου εκβίαζε με αποχώρηση από τις προετοιμασίες σε περίπτωση που δεν γίνει το δικό του θέλημα:

«Εις τον επισκεφθέντα με, ως ανωτέρω, Ανδρέαν Αζίναν εδήλωσα, ότι δεν συμφωνώ με τας απόψεις του Αρχιεπισκόπου και θα ήτο προτιμότερον να παύσω να αναμιγνύομαι εις το ζήτημα τούτο, δια να μη γίνω συνένοχος αποτυχίας με την τακτικήν, την οποίαν θέλει να εφαρμόση ο Μακάριος. (…) Τα διαμειφθέντα μεταξύ εμού και Αζίνα ανεκοίνωσα και εις τα μέλη της Επιτροπής Αγώνος, τα οποία επίσης εξενίσθησαν και ηγανάκτησαν με την στάσιν του Αρχιεπισκόπου, διετυπώθη μάλιστα υπό τινών η σκέψις, ότι έπρεπε να αναληφθή ο αγών εν Κύπρω και να αγνοηθή ούτος». (σ.σ. εννοεί τον Μακάριο).


Βεβαίως το πόσο επιτυχής ήταν η τακτική του Γρίβα φάνηκε από το αποτέλεσμα…


Οι διαφωνίες Μακαρίου και Γρίβα όλο και αυξάνονταν. Περιστρέφονταν και γύρω από το θέμα της χρονικής διάρκειας του αγώνα! Ο Γρίβας λέει ότι ο Μακάριος ήθελε να διαρκέσει από τρεις μέχρι έξι μήνες με σκοπό τη δημιουργία πίεσης προς τους Άγγλους ώστε να στραφούν προς την κατεύθυνση λύσης του κυπριακού, αλλά όπως λέει ο Γρίβας: «την αντίληψιν ταύτην δεν συμμεριζόμην».


Διαφωνίες για την ανάληψη ένοπλου αγώνα


Αρκετοί ήταν εκείνοι που είχαν διαφωνήσει με τη μορφή του ένοπλου αγώνα, όχι εκ των υστέρων (όπως προσπαθούν μέχρι σήμερα να πείσουν κάποιοι) αλλά εκ των προτέρων ή κατά τη διάρκεια του αγώνα με όλους τους κινδύνους που συνεπαγόταν μια τέτοια διαφωνία. Και αυτοί καμία σχέση είχαν με την αριστερά, είτε στην Κύπρο, είτε στην Ελλάδα.


Ο δημοσιογράφος Χρηστάκης Κατσαμπάς γράφει στον «Φιλελεύθερο» (22/8/1994):

«Προτού αρχίσει ο ένοπλος αγώνας σε συνεδρία του Εθναρχικού Συμβουλίου ο μακαρίτης Κωνσταντίνος Σπυριδάκις, αξιοποιώντας τις ιστορικές του γνώσεις, εξέφρασε διαφωνία προς το μαχητικό αγώνα επικαλούμενος τον τουρκικό κίνδυνο. (…) Ήγειρεν ένσταση για την έναρξη του ένοπλου αγώνα με κύριο επιχείρημα, ότι η Βρετανία θα κατόρθωνε να αφυπνίσει τον τουρκικό παράγοντα, τον οποίον το Εθναρχικό Συμβούλιο δεν είχε κανένα δικαίωμα να παραγνωρίσει ή να υποτιμήσει».


Επίσης στις 4 Απριλίου 1992, ο Χρ. Κατσαμπάς γράφει ότι και ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, λίγο μετά την έναρξη του αγώνα έστειλε δύο απεσταλμένους στον Μακάριο που προσπάθησαν να τον πείσουν να βρει τρόπο να σταματήσει τον ένοπλο αγώνα. Ο Αθηναγόρας διαμηνούσε στον Αρχιεπίσκοπο ότι ο αγώνας θα είχε τρία αποτελέσματα:

α) Να εξαλειφθεί ο ελληνισμός στην Τουρκία,

β) Να δημιουργηθούν προβλήματα στην ίδια την Ελλάδα και

γ) η Κύπρος θα καταστρεφόταν.


Πόσο δίκαιο φαίνεται ότι είχε…


Τέλος να σημειωθεί και η αντίθεση του ΑΚΕΛ που τόσο πριν το 1955 όσο και με ανακοίνωση αμέσως μετά τις πρώτες εκρήξεις της 1ης Απριλίου, πρόβαλλε την αντίθεσή του και την εκτίμηση ότι αυτό θα οδηγήσει σε κακά μονοπάτια, θέση που το Κόμμα πλήρωσε με αίμα και με την άδικη και ψεύτικη κατηγορία της προδοσίας του αγώνα.


Τι δεν έλαβαν υπόψη τους οι υπεύθυνοι του αγώνα


Όλο και περισσότεροι σήμερα παραδέχονται ότι ανεξάρτητα από τους ηρωισμούς που επέδειξαν οι αγωνιστές στο πεδίο του ένοπλου αγώνα, από πολιτικής άποψης ήταν λανθασμένη επιλογή μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες.


Έστω και με δεδομένη την άρνηση των Βρετανών να δεχτούν την Ένωση (με το γνωστό “Ουδέποτε”) δεν έγινε σωστή εκτίμηση των γεγονότων ενώ δεν λήφθηκαν υπόψη μια σειρά από παράγοντες.


Ο πρώτος παράγοντας που δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη ήταν ο τουρκικός.


Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονταν σε ένα σχετικά καλό επίπεδο μετά το σύμφωνο φιλίας με την Τουρκία (Βενιζέλου - Αττατούρκ) του 1930.


Δεν λήφθηκαν επίσης υπόψη οι τουρκιές προειδοποιήσεις που ξεκίνησαν μετά τα γεγονότα του 1932 ότι η Τουρκία δεν θα δεχόταν ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

Ούτε το ότι η Τουρκία είχε αρχίσει επίσημα από το 1954 να εκδηλώνει κάποιες ενδείξεις για το ενδιαφέρον της για την Κύπρο με δηλώσεις του υπουργού της των Εξωτερικών Κιοπρουλού που δήλωνε ότι η Κύπρος «είναι επέκταση της ηπειρωτικής Τουρκίας» για να συνεχίσει ότι η χώρα του θα έπρεπε να στραφεί προς αυτήν λόγω γειτνιάσεως! («Η τουρκική πολιτική στην Κύπρο και οι προσπάθειες για λύση του κυπριακού», έκδοση Γραφείου Τύπου και πληροφοριών, σελ. 3.)

- Ο πρώην Έλληνας υπουργός των εξωτερικών Δημήτρης Μπίτσιος σημειώνει:

«Μέχρι τα μέσα του 1955, από τον προγραμματισμό της πολιτικής μας επί του Κυπριακού απουσίαζε ένας παράγων: ο τουρκικός. Επιστεύετο ότι αφού η Τουρκία, με τη συνθήκη της Λωζάνης είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα της πάνω στην Κύπρο, δεν είχε θέση πάνω στη διένεξή μας με την Αγγλία». (Δημήτρη Μπίτσιου «Κρίσιμες ώρες», σελ. 25.)


- Ο Γλαύκος Κληρίδης απαντώντας στο ερώτημα αν είχε γίνει σωστή εκτίμηση των δυνατοτήτων που υπήρχαν συμπληρώνει την εικόνα:

«…πιστεύω ότι υποβαθμίσθη ο κίνδυνος ή δεν ελήφθη υπόψη ο κίνδυνος του τουρκικού παράγοντα και ότι οι Άγγλοι με την πολιτική που είχαν θα ανεμείγνυαν τον τουρκικό παράγοντα και φυσικά και τότε υπερεκτιμήθη ότι μέσω των Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσαμε να κερδίσουμε το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως το οποίο δεν κατορθώσαμε να κερδίσουμε». (Γλαύκος Κληρίδης, ΡΙΚ ΕΝΑ 4 Ιανουαρίου 1990).


- Ο Ανδρέας Αζίνας σημειώνειι:

«Η άποψη είναι μια και είναι από τις εγκληματικές παραλείψεις της γενεάς μας. (…) Παραλείψαμε να αντιληφθούμε δια ποίον λόγον οι Τούρκοι της ΠΕΚ απεχώρησαν με εντολή των Άγγλων. Εμάς [σ.σ. εννοεί στην ΠΕΚ] από τα 7 μέλη του ανωτάτου συμβουλίου, οι 2 ήταν Τούρκοι. Και μας είπαν, εμείς φεύγουμε. Και γιατί; Μα εσείς μιλάτε συνέχεια για την Ένωση× εμείς διαφωνούμε. Και πρέπει να ομολογήσουμε εδώ ότι σε κάποιο στάδιο που βγάλαμε ένα ψήφισμα το 1953 σηκώθηκαν οι Τούρκοι και είπαν όχι, εμείς διαφωνούμε, δεν είμαστε υπέρ της Ένωσης αλλά υπέρ της παράτασης της αγγλικής κατοχής. Εκείνο το οποίο θα ήθελα να καταλήξω είναι ότι δεν ελάβαμεν υπόψην το τουρκικό στοιχείο. (Συνέντευξη Α. Αζίνα στο γράφοντα 1η Απριλίου 1998).


- Ο πρόεδρος των Συνδέσμων Αγωνιστών ΕΟΚΑ Θάσος Σοφοκλέους για το ίδιο ζήτημα λέει:

«Ήταν λάθος ίσως, αλλά θέλαμε να δείξουμε ότι ήταν καθολικά ελληνικό το αίτημα. Μη ξεχνάς ότι τότε τους Τ/κύπριους δεν τους υπολογίζαμε και πολύ. (…)Ναι, κάναμε λάθη, δεν υπάρχει αμφιβολία. Μπορεί να τους αφήσαμε και να τους έπιασε η Αγγλία ύστερα, ενώ μπορούσαμε να μην επιτρέψουμε στους Άγγλους να μπουν τόσο βαθιά στους τ/κύπριους και να τους στρέψουν με αυτό το πάθος εναντίον μας». (Συνέντευξη Θάσου Σοφοκλέους στο γράφοντα, 3 Δεκεμβρίου 1997).


- Ο Βάσος Λυσσαρίδης αναφέρει:

«Πιστεύω ότι ο αγώνας άρχισε με μεγάλο ενθουσιασμό και πατριωτισμό, αλλά χωρίς πολιτικό σχεδιασμό, ιδιαίτερα αναφορικά με τον ρόλο της Τουρκίας και των Τ/κ και την τακτική που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε πάνω σε αυτό το θέμα (…) έλειπε ο σχεδιασμός αξιοποίησης των δημιουργημένων ευκαιριών». (Εφ. «Ο Αγών», 5 Μαΐου 1996).


«Εγώ πιστεύω ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ άρχισε λανθασμένα. Άρχισε χωρίς να γίνει μια μελέτη αυτών που ονομάζω «εμπλεκόμενα συμφέροντα», για το ποιος θα ήταν ο ρόλος της Τουρκίας και της Ελλάδας, τι θα έκανε η Αγγλία, πού στεκόταν η Αμερική. Και ενώ προσπαθούσα να τους τα πω αυτά τα πράγματα, ο Γρίβας τα θεωρούσε φληναφήματα. Από την άλλη ο Μακάριος δεν ήταν τότε αυτός ο έμπειρος που ξέραμε, ήταν ένας αγνός πατριώτης, φρέσκος, χωρίς πολιτική διαπαιδαγώγηση. Άρα δεν έβλεπαν την ανάγκη να γίνει μια μελέτη π.χ. για το πώς θα αντιδρούσαμε αν η Τουρκία χρησιμοποιήσει τον τουρκοκυπριακό παράγοντα». («Περιοδικό», 20 Ιανουαρίου 1995).


* * *


Όλα αυτά λέχθηκαν εκ των υστέρων. Όμως όπως ήδη σημειώσαμε, κάποιοι τα έλεγαν εκ των προτέρων.


Το τι ακολούθησε στη συνέχεια είναι γνωστό.


Οι Βρετανοί εφαρμόζοντας το «Διαίρει και Βασίλευε» αξιοποίησαν στο έπακρο τον τουρκικό παράγοντα βάζοντας στο παιχνίδι την Τουρκία 4 μήνες μετά.


Στελέχωσαν το αστυνομικό σώμα με τ/κύπριου επικουρικούς που τους έστελλαν να καταστέλλουν διαδηλώσεις και να λαμβάνουν μέρος σε επιχειρήσεις σύλληψης αγωνιστών με αποτέλεσμα να ανάψει το μίσος μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου.


Παράλληλα αρχίζουν να ιδρύονται οι τ/κυπριακές εθνικιστικές οργανώσεις Βολκάν και ΤΜΤ με τη γνωστή σε όλους δράση τους αλλά και τα αποτελέσματα που έφεραν.


Τελικά μέσα από τα λάθη η Κύπρος οδηγήθηκε από την ένωση στην ανεξαρτησία.


Μια ανεξαρτησία που οι διάδοχες καταστάσεις της ΕΟΚΑ και της ΤΜΤ δεν την άφησαν να λειτουργήσει.


Αμφότερες οι πλευρές θεώρησαν την ανεξαρτησία ως σταθμό για την ευόδωση των στόχων τους, οι μεν της ένωσης και οι δε της διχοτόμησης.


Τα αποτελέσματα είναι σήμερα μπροστά μας και δεν χρίζουν ιδιαίτερης ανάλυσης.



Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΚΟΙΝΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝΤΟΣ


Μέρα με τη μέρα αποδεικνύεται ότι οι μονίμως διαφωνούντες με μια ενδεχόμενη λύση του κυπριακού στη βάση της Δ.Δ.Ο., τρέμουν μόνο και μόνο όταν ακούνε τη λέξη πρόοδος.

Τρέμουν στην ιδέα μήπως και υπάρξει κάποια πρόοδος που θα οδηγήσει σε λύση.


Και σαν να μην φτάνει αυτό, φτάνουν στο σημείο, νομίζοντας ότι προβάλλουν επιχείρημα, να θεωρούν αρνητικό σε ότι πιθανόν προκύψει και το οποίο θα έχει τη σύμφωνη γνώμη της τουρκικής πλευράς.


Συγνώμη δηλαδή, αλλά για να υπάρξει συμφωνία δεν πρέπει να συμφωνήσουν και οι δύο πλευρές;


ΔΙΑΨΕΥΣΕΙΣ


ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ, ΕΥΡΩΚΟ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ έσχιζαν τα ιμάτια τους όταν θα ερχόταν ο Γ.Γ. του ΟΗΕ στην Κύπρο με το επιχείρημα ότι η επίσκεψη του θα δημιουργούσε ψεύτικες ελπίδες.


Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν έγινε γνωστό ότι ο Γ.Γ. θα προέβαινε σε δήλωση αναφορικά με την πρόοδο που επιτεύχθηκε στις συνομιλίες.


Και άρχισαν τα όργανα πρωτοστατούντων των Μέσων Ενημέρωσης και συνεπικουρούμενων από τους πολιτικούς μας ταγούς.

- Η έκδοση ανακοίνωσης θα δημιουργήσει ψεύτικες ελπίδες.

- Η έκδοση ανακοίνωσης θα είναι εναντίον της ε/κυπριακής πλευράς.

- Η έκδοση ανακοίνωσης θα κλειδώσει τις υποχωρήσεις.

- Η έκδοση ανακοινωθέντος θα αποτελεί νίκη της Τουρκίας.

- Η έκδοση ανακοινωθέντος θα αποενοχοποιήσει την Τουρκία.

- Η έκδοση ανακοίνωσης θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μας από την Τουρκία


Τελικά ήρθε ο Μπαν Κι Μουν, έκανε τη δήλωση του και τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε.


Ούτε καταγράφηκαν οι όποιες… «υποχωρήσεις», ούτε αποενοχοποιήθηκε η Τουρκία, ούτε δημιούργησαν οποιεσδήποτε ψευδαισθήσεις.


Ελπίζαμε ότι αυτό το πάθημα θα γινόταν μάθημα.


Έλα όμως που ματαίως ελπίζαμε…!!!


Το ίδιο τροπάρι, τα ίδια ακριβώς λόγια, οι ίδιες ακριβώς εκφράσεις χρησιμοποιήθηκαν και για τις πληροφορίες περί εκδόσεως Κοινού Ανακοινωθέντος με τη λήξη των προγραμματισμένων συναντήσεων του προέδρου Χριστόφια και του Μ.Α. Ταλάτ.


Ο πρόεδρος, αλλά και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διαβεβαίωναν ότι κάτι τέτοιο δεν θα υπάρξει τουλάχιστον πριν το θέμα συζητηθεί στο Εθνικό Συμβούλιο.


Μέσα στην παραζάλη τους δεν άκουγαν τίποτε και συνέχιζαν να λαϊκίζουν και να ανταγωνίζονται ποιος θα παρουσιαστεί περισσότερο πατριώτης.


Τελικά δεν βγήκε Κοινό Ανακοινωθέν αλλά μια γενικόλογη ανακοίνωση, παρόμοια με εκείνη που εκδόθηκε όταν ήρθε εδώ ο Γ.Γ. του ΟΗΕ.


Και παρά τη μη ύπαρξη Κοινού Ανακοινωθέντος, η ΕΔΕΚ όχι μόνο είδε Κοινό Ανακοινωθέν αλλά είδε και διασύνδεση του με τις παράνομες εκλογές στα κατεχόμενα!


Και είδε Κοινό Ανακοινωθέν – παρά τη ρητή δήλωση του Χριστόφια ότι πρόκειται περί κοινής δήλωσης και όχι ανακοινωθέντος – για να μπορέσει να επιτεθεί και να δείξει ξανά τον πατριωτισμό της.


Και βεβαίως να παρουσιάσει τον Χριστόφια ως ανακόλουθο αφού υποσχέθηκε ότι το θέμα θα συζητείτο στο Εθνικό Συμβούλιο.


Ανάλογες ήταν και οι εκτιμήσεις των υπολοίπων με μια διαφοροποίηση του ΔΗΚΟ και του ΔΗΣΥ.


ΛΙΜΝΙΤΗΣ


Όλοι αυτοί οι κύριοι διαψεύστηκαν πανηγυρικά όσον αφορά τις εργασίες για διάνοιξη του Λιμνίτη.


Για μήνες μας έπρηξαν με δηλώσεις ότι το οδόφραγμα δεν θα ανοίξει επειδή δεν το θέλει η Τουρκία.


Τώρα που άνοιξε μας λένε ότι άνοιξε διότι αυτό βολεύει την Τουρκία.


Και αντί να έλθουν και ζητήσουν μια απλή συγνώμη από τον κόσμο της περιοχής Τηλλυρίας που τον ταλαιπώρησαν τόσο με κινητοποιήσεις, δηλώσεις, αντιδηλώσεις, πολεμικά ανακοινωθέντα, τηρούν σιγήν ιχθύος.


Αυτή είναι η υπευθυνότητα και η αγωνιστική τους συνέπεια.


«ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ 550»


Μέσα στην παραζάλη τους οι κύριοι αυτοί θυμήθηκαν και το ψήφισμα 550 που κάνει λόγο σε μη ύπαρξη κράτους στα κατεχόμενα κλπ.


Κατηγορούν μάλιστα τον πρόεδρο ότι με τη στήριξη που έδωσε δημόσια στον Ταλάτ, στην ουσία νομιμοποιεί (ναι, το ακούσαμε κι αυτό από τον αγωνιστή Ομήρου) τις λεγόμενες εκλογές στα κατεχόμενα.


Όλοι αυτοί ξεχνούν ή θέλουν να ξεχνούν ένα βασικό, βασικότατο δεδομένο.

- Ναι, οι εκλογές στα κατεχόμενα είναι «εκλογές».

- Ναι, οι εκλογές στα κατεχόμενα είναι παράνομες.

- Ναι, οι εκλογές στα κατεχόμενα γίνονται σε ένα κράτος μη αναγνωρισμένο.


Ωστόσο, πόσο μυαλό χρειάζεται να καταλάβει κάποιος το ότι είτε αυτές οι εκλογές είναι «εκλογές», είτε είναι παράνομες, είτε δεν είναι αναγνωρισμένες, θα δώσουν ένα αποτέλεσμα.


Και αυτό το αποτέλεσμα θα το έχουμε μπροστά μας στις 19 Απριλίου.

Μας αφορούν λοιπόν ή όχι;


Μας ενδιαφέρουν κ. Καρογιάν που βιάστηκες να πεις ότι δεν σε ενδιαφέρει ποιος θα εκλεγεί ή όχι;


Μήπως κάποιοι επενδύουν τελικά στον Έρογλου;

Μήπως κάποιοι νοσταλγούν τις παλιές καλές μέρες της παντοδυναμίας του Ντενκτάς που κάποιοι επαναπαύονταν ότι δεν θα υπάρξει λύση αφού είναι αδιάλλακτος;


Αυτό επιδιώκουν να γίνει και τώρα;

Αν είναι αυτό που θέλουν ας βγουν να το πουν καθαρά.

Φτάνει πια να κοροϊδεύουν τον κόσμο.


Τουλάχιστον ο αρχιεπίσκοπος είχε το θάρρος να δηλώσει δημόσια την προτίμηση του προς τον Έρογλου, ευχόμενος σε αυτόν καλές επιτυχίες.


Οι υπόλοιποι;



Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ;


Ως μια μικρή συμβολή στην καταγραφή ιστορικών γεγονότων, αναδημοσιεύω ένα ενδιαφέρον άρθρο από το περιοδικό της «Καθημερινής» (21 Μαρτίου 2010 / Τ. 73) με θέμα τη δολοφονία του Καραϊσκάκη.

Λίγο μεγάλο πλην όμως ενδιαφέρον.

Τον Απρίλιο του 1827 είχαν στρατοπεδεύσει εδώ ισχυρές δυνάμεις του Κιουταχή. Απέναντί τους, προς την πλευρά της Καστέλλας, οι άντρες του Καραϊσκάκη ετοιμάζονταν για μία από τις σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Για πρώτη φορά, ύστερα από σειρά αποτυχιών που κορυφώθηκαν με την πτώση του Μεσολογγίου, ο «γιος της καλο­γριάς» είχε αρχίσει να αντιστρέφει το αρνητι­κό κλίμα. Για τη συγκεκριμένη μάχη στο Φά­ληρο, όμως, είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα. Πίστευε ότι οι δύο Βρετανοί αξιωματικοί, που είχαν οριστεί αρχηγοί όλων των δυνάμεων της Αττικής -ο Τσωρτς για το στρατό ξηράς και ο Κόχραν για το ναυτικό- τον οδηγούσαν σε βέ­βαιη σφαγή. Αυτοί ήθελαν ολομέτωπη σύ­γκρουση τακτικού στρατού, όπως τους είχαν μάθει στις στρατιωτικές ακαδημίες της Βρε­τανικής Αυτοκρατορίας. Αυτός, όπως εξη­γούσε και ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς, «ήθε­λε να εφαρμόσει τη δοκιμασμένη παρτιζάνι-κη τακτική της παρενόχλησης του εχθρού».

Ποιος τράβηξε τη σκανδάλη;

Τελικά δεν έζησε μέχρι την ημέρα της μά­χης για να δει την πανωλεθρία των ελληνικών δυνάμεων. Στις 22 Απριλίου του 1827, μια σφαίρα τον πέτυχε στη βουβωνική χώρα ενώ προσπαθούσε να ελέγξει μια ασήμαντη συμπλοκή με τις τουρκικές δυνάμεις, λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη με­γάλη επίθεση.

Ποιος τράβηξε όμως τη σκανδάλη, αφαι­ρώντας τη ζωή του Αρβανίτη αρχιστράτηγου;

Από τις πρώτες ώρες του θανάτου του, κυ­κλοφόρησε έντονη φημολογία πως ο δράστης ήταν Έλληνας. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ιστοριοδίφης που επιμελήθηκε τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, υποστηρίζει ότι τον πυροβόλησαν πληρωμένοι μπράβοι του Μαυροκορδάτου. Την ίδια θεωρία φαίνεται να ασπάζεται και ο Δημ. Φωτιάδης, ο οποίος όμως εκτός από τον Μαυροκορδάτο βλέπει σαν ηθικούς αυτουργούς τους δύο Βρετανούς αξιωματικούς. Γράφει χαρακτηριστικά στο βι­βλίο του με τίτλο «Καραϊσκάκης»: «ΟΚόχραν κι ο Τσωρτς, μέσα στις λίγες ημέρες που βρί­σκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδια τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωμα­τικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να 'χει το μικρό, αδύναμο και μισο-ανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργούνταν κά­τω από τον έλεγχο της. (...) Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικιάς δολο­φονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».

Σύμφωνα μάλιστα με τον αγωνιστή Νι­κόλαο Κασομούλη, ο ίδιος ο Καραϊσκάκης, λίγες ώρες πριν πεθάνει, άφησε να εννοηθεί ότι γνωρίζει τους δράστες. Δίνοντας μάλιστα ένα από τα γνωστά ρεσιτάλ βωμολοχίας, είπε στους συναγωνιστές του: « Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χακί (εκδίκη­ση), είδε και πεθάνω, ας μου κλάσει τον π***** και αυτός».

Παρ' όλα αυτά, νεότεροι ερευνητές και ιστορικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να μιλήσουν για δολοφονία και πολύ περισσό­τερο να αποδώσουν ευθύνες στο Λονδίνο. Ο «φάκελος Καραϊσκάκης» λοιπόν έπρεπε να ανοίξει και πάλι. Και όπως κάθε καλή αστυνομική έρευνα, ξεκινά από το γραφείο του ιατροδικαστή.

Χτυπήθηκε από ψηλά

«Βλέπετε, έχουμε και εμείς το μικρό μας CSI», μου είπε γελώντας ο Φίλιππος Κουτσάφτης, καθώς με ξεναγούσε στα εργαστή­ρια της υπηρεσίας. Όταν τον ρώτησα αν πα­ρακολουθεί την αμερικανική σειρά, έδειξε μάλλον καχύποπτος: «Με αυτούς θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε», μου είπε.

Στο γραφείο του κοιτάξαμε και πάλι μαζί το κείμενο του Δημ. Φωτιάδη για τις συνθήκες θανάτου του Καραϊσκάκη, το οποίο περιλαμ­βάνει τις περισσότερες λεπτομέρειες και συ­νηγορεί με αντίστοιχες αφηγήσεις του Κασο­μούλη. Αφού μου επανέλαβε για πολλοστή φορά ότι με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορεί να γίνει μόνο μια «ιατροδικαστική προσέγγιση », που θα παρουσιάζει όλες τις πιθανές εκδοχές, ο ιατροδικαστής ανέτρεξε στο κείμενο που εί­χε ετοιμάσει για εμάς (βλ. Πλαίσιο).

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία, γνωρί­ζουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν έφιππος, η πύ­λη εισόδου του τραύματος και η φορά της βο­λίδας συνηγορούν στο ότι χτυπήθηκε από υψη­λότερο σημείο - κατά πάσα πιθανότητα ο δρά­στης ήταν όρθιος επάνω σε άλογο. Κρίνοντας από το γεγονός ότι ο Καραϊσκάκης κατάφε­ρε να ιππεύσει και πάλι, ο Κουτσάφτης υπο­στηρίζει ότι το τραύμα μπορεί πράγματι να ήταν στη βουβωνική χώρα και να μην ήταν άμε­σα θανατηφόρο.

Εάν δεχτούμε λοιπόν ως ακριβείς τις πε­ριγραφές του Κασομούλη και του Φωτιάδη, η ιατροδικαστική εξέταση αφήνει πολύ μεγά­λες πιθανότητες ο Καραϊσκάκης να δολοφονήθηκε πραγματικά από Έλληνες. Τα στοιχεία όμως, όπως θα έλεγαν και οι ήρωες του CSI, δεν μπορούν ακόμη να σταθούν στο δικαστή­ριο εάν δεν εντοπίσουμε και το κίνητρο της δολοφονίας.

Οι πιθανοί δράστες

Έπρεπε για άλλη μία φορά να απευθυνθούμε στους ειδικούς. Και ίσως κανένας δεν έχει ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια τόσο εντατικά με τη ζωή του Καραϊσκάκη όσο ο Διονύσης Τζάκης, καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας του Λευκώματος με τίτλο «Γεώργιος Καραϊσκάκης », που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες.

Η λίστα των πιθανών «υπόπτων» που μου παρέθεσε ο Έλληνας καθηγητής, των ανθρώπων δηλαδή που «ευχήθηκαν και ίσως επιδίωξαν το θάνατο του Καραϊσκάκη στη διάρκεια της επανάστασης», είναι ιδιαίτερα μεγάλη:

«Αγραφιώτες που δεν τον ήθελαν στρατιωτικό αρχηγό στην επαρχία τους, ανταγωνιστές στρατιωτικοί και πολιτικοί που αντιπαρατέθηκαν σκληρά μαζί του, ιδίως το 1822 -1824. Επίσης, αρκετοί επιθυμούσαν να απομακρυνθεί από την κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας το 1826 -1827. Επειδή διαφωνούσαν με τα πολεμικά του σχέδια, με τον τρόπο που διοικούσε, με τις προτεραιότητες που έθετε, επειδή θεωρούσαν άλλον καταλληλότερο ή έτρεφαν προσωπικές φιλοδοξίες» .

Παρ' όλα αυτά, ο Δ. Τζάκης απεκδύεται πεισματικά το ρόλο του ιστορικού-αστυνόμου. «Ο ιστορικός», μας λέει, «δεν είναι αστυνομικός ή ανακριτής να διερευνά υποθέσεις αναζητώντας "κίνητρα" και πιθανούς "ενόχους". Δεν αξιολογεί γεγονότα ή πρόσωπα για όσα έκαναν ή δεν έκαναν, για όσα θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να είχαν κάνει ή να είχαν αποφύγει, και μάλιστα με κριτήριο τις δικές του μεταγενέστερες ιδέες και αντιλήψεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος, εθνικά, ηθικά, δικονομικά».

Κάθε προσπάθεια λοιπόν για την ανεύρεση της αλήθειας θα σκοντάφτει σε ανυπέρβλητα εμπόδια εάν δεν λαμβάνει υπόψη τον ιστορικό χωροχρόνο των γεγονότων. Ούτως η άλλως, μας λέει ο Δ. Τζάκης, «όπως όλες οι σύγχρονες επαναστάσεις, έτσι και η ελληνική συνυφαίνεται με πολιτικές διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις, καθώς οι Έλληνες πολεμούσαν για να απαλλαγούν από τους Οθωμανούς και, συγχρόνως, δημιουργούσαν μια πρωτόγνωρη (και ριζικά διαφορετική από την οθωμανική) μορφή πολιτικής οργάνωσης, το εθνικό κράτος».

Ακόμη όμως και «οι φήμες ότι δολοφονήθηκε», επισημαίνει ο Έλληνας ιστορικός, «μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής, αλλά και τους τρόπους πρόσληψης του θανάτου του από τους σύγχρονους του. Μάλιστα, οι εν λόγω φήμες προικίζουν το μύθο του ήρωα Καραϊσκάκη με ένα οικουμενικό μοτίβο, όπου ο ήρωας δεν είναι δυνατόν να καταβληθεί και να πεθάνει, παρά μόνο ως αποτέλεσμα κάποιας προδοσίας, συνωμοσίας κ.λπ.».

Ίσως, τελικά, το μόνο που μπορούμε να πούμε σήμερα με βεβαιότητα είναι ότι οι επιπτώσεις από την αναγγελία του θανάτου του και η στρατιωτική πανωλεθρία στη μάχη του Φαλήρου είναι δραματικές σε όλα τα μέτωπα. «Την ψυχολογική αυτή στιγμή, που τα πάντα έδειχναν να καταρρέουν μέσα σε ένα κλίμα τρόμου», θα γράψει ο Τάσος Βουρνάς, «θέλησε να εκμεταλλευτεί ο Ιμπραήμ για να προσεταιριστεί τους καπεταναίους της Ρούμελης». Και του Μοριά. Με πρώτο τον Δημήτρη Νενέκο, αρκετοί οπλαρχηγοί συνθηκολογούν - προχωρούν σε αυτό που θα μείνει στη λαϊκή συνείδηση ως «προσκύνημα».

Θα χρειαστεί να ακουστεί βροντερή η φωνή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για να σταματήσει η ολοκληρωτική συνθηκολόγηση και να σωθεί τελικά η επανάσταση: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Ο Καραϊσκάκης και το spread δανεισμού

Ένα από τα σενάρια που επανέρχονται πεισματικά στην επιφάνεια σχετικά με το θάνατο του Καραϊσκάκη, αναφέρεται στο ρόλο που έπαιξε το Λονδίνο στα τελευταία χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Ακόμη και ιστορικοί που απορρίπτουν κατηγορηματικά τις εικασίες του Φωτιάδη για σχέδιο δολοφονίας του Έλληνα ήρωα από τους Κόχραν και Τσωρτς, συμφωνούν ότι η στρατηγική που του πρότειναν στη μάχη του Φαλήρου ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Γιατί όμως ο Καραϊσκάκης, ο οποίος είχε οριστεί αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας με τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και ορκισμένων εχθρών του όπως ο Ζαΐμης, υποτάχθηκε στις εντολές των Βρετανών;

Στο βιβλίο του «Ο θάνατος του Καραϊσκάκη», ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις σχέσεις υποτέλειας που είχαν δημιουργήσει στην επαναστατημένη Ελλάδα τα δύο δάνεια που της υποσχέθηκε το Λονδίνο. «Το πρώτο δάνειο», όπως σημείωνε και ο μεγάλος ερευνητής Κυριάκος Σιμόπουλος, «τοκογλυφικό και ανήθικο ως συμφωνία, κατασπαταλήθηκε στον εμφύλιο. (...) Το δεύτερο χάθηκε στις κερδοσκοπικές παραγγελίες φρεγατών που δεν έφθασαν ποτέ στην Ελλάδα».

Ξένα δάνεια, περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, κερδοσκοπία και... φρεγάτες. Οι λέξεις μοιάζουν βγαλμένες από δημοσιεύματα εφημερίδων των τελευταίων ημερών και όχι από ιστορικά κείμενα για το μακρινό 1821. Κι όμως, οι περισσότεροι ιστορικοί και ακαδημαϊκοί, με τους οποίους μιλήσαμε όλες αυτές τις εβδομάδες, μας προειδοποίησαν να μην καταφύγουμε σε εύκολους και απλοϊκούς παραλληλισμούς. «Κάποιοι είναι έτοιμοι να συνδέσουν το '21 και το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων με το spread δανεισμού και τη Γερμανία», μου είπε γνωστός ακαδημαϊκός, που προτίμησε να κρατήσει την ανωνυμία του.

Ίσως γιατί, όπως μας εξήγησε και ο Διονύσης Τζάκης, «τα γεγονότα οφείλουμε να τα προσεγγίζουμε μέσα στη δική τους ιστορική συνάφεια».

Η περιγραφή της δολοφονίας

Κείμενο του λόγιου Δημ. Φωτιάδη

«Ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο της καβαλαρίας μας, περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας. Και να, τρώει ένα βόλι οτο βουβώνα από τα πλάγια κι ομπρός, από τ' αριστερά προς τα δεξιά κι από πάνω προς τα κάτω. Πέφτει από τ' άλογο. Τρέχουν οι καβαλάρηδες μας να τον συντρέξουν.

- Δεν είναι τίποτα! Τους φωνάζει και μ' όση δύναμη τ' απόμενε ξανακαβαλικεύει.

Πισωδρομούνε σιγά και μ' όλη την τάξη. Μα, σαν έφτασαν εκεί όπου έπειτα στήσανε το μνημείο του, πίσω από το σημερινό σταθμό του ηλεκτρικού σιδεροδρόμου στο Νέο Φάληρο, δεν μπορεί πια να κρατηθεί πάνω από το άλογο και ξεπεζεύει. Του λένε να τον πάνε σηκωτό, μ' αυτός αρνιέται. Δε θέλει να τρομάξει το ασκέρι πως είναι του θανατά.

Αυτός μπροστά κι ολόγυρα του καπεταναίοι, μπουλούξηδες και παλικάρια ξεκινάνε με τα πόδια, όσο που με την απαλάμη του κρατάει τη λαβωματιά του.

Αφού ανέβηκαν τον ανήφορο, τόνε συμβουλεύουνε να πάγει πάνω οτα καράβια, για να 'χει πιότερη φροντίδα κι ησυχία να τόνε δούνε οι γιατροί.

- Ένα πράμα μονάχα σας παρακαλώ, μην αφήσετε Φράγκο γιατρό να 'ρθει κοντά μου. (...) Τούτη τη φορά μονάχα δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των Φράγκων γιατρών, γιατί, όπως θα δούμε, σχημάτισε την πεποίθηση πως δεν χτυπήθηκε από τους Τούρκους, μα δολοφονήθηκε και φοβήθηκε μην τον αποτελειώσουν οι γιατροί του Κόχραν και του Τσωρτς».

Το «πόρισμα» του ιατροδικαστή

Του Φίλιππου Κουτσάφτη

Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλά ιατροδικαστικά κενά, με κάθε επιφύλαξη μπορούμε να

εξαγάγουμε τα εξής συμπεράσματα: Πρώτον, η πύλη εισόδου του τραύματος είναι η αριστερή βουβωνική χώρα. Δεύτερον, η βολίδα είχε φορά από μπροστά αριστερά και άνω, προς τα πίσω δεξιά και κάτω. Τρίτον, το θύμα, σαν στόχος, ήταν πολύ δύσκολος εκ των έξω, καθώς περιστοιχιζόταν από συντρόφους του που ήταν και αυτοί πά­νω σε άλογα. Τέταρτον, ο πυροβολισμός πρέπει να έγινε από διαφορετικό ύψος. Στο σημείο αυτό, διακρίνουμε δύο περιπτώ­σεις; α) Εάν έγινε από μεγάλη απόσταση, τό­τε ο σκοπευτής πρέπει να ήταν σε κάποιο δέ­ντρο ή σε κάποια μάντρα, θα λέγαμε δηλαδή σήμερα ότι ήταν ένας ελεύθερος σκοπευτής, β) εάν έγινε από μικρή απόσταση, πρέπει να τον πυροβόλησε κάποιος από τον περίγυρο του, με την προϋπόθεση κατά τη στιγμή του πυροβολισμού να είχε σηκωθεί όρθιος πάνω στο άλογο. Δηλαδή, δεν πυροβόλησε καθή­μενος. Και οι δύο εκδοχές στηρίζονται, δεδο­μένου ότι δεν γνωρίζουμε την απόσταση του πυροβολισμού. Βέβαια, δεν μπορεί να απο­κλειστεί και η εκδοχή του αποστρακισμού της σφαίρας σε κάποια επιφάνεια. Παρουσιά­ζουμε τρεις εκδοχές, γιατί δεν γνωρίζουμε την απόσταση και την κατάσταση του πυρο­βολισμού και, φυσικά, δεν είδαμε το τραύμα. Μου έκανε, πάντως, ιδιαίτερη εντύπωση αυ­τό ακριβώς που γράφει ο Φωτιάδης, ότι ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο και ήταν «περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας».θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί το εξής: Το γεγονός ότι ανέβηκε και πάλι στο άλογο του, όπως αναφέρεται, συνηγορεί στο ότι το τραύμα δεν ήταν άμεσα θανατηφόρο, άρα, μπο­ρεί να ήταν πράγματι στη βουβωνική χώρα. Σημειώθηκε, δηλαδή, αιμορραγία για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν πεθάνει, οπότε πράγματι ήταν σε θέση να συζητεί ή ακόμη καινά αρνείται να τον δουν ξένοι γιατροί».