Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

ΠΑΣΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΕ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ…


 Δύο δεδομένα με έσπρωξαν να γράψω το σημερινό κείμενο.
Το πρώτο ήταν το διήμερο συνέδριο που οργάνωσε το Ινστιτούτο Έρευνας Προμηθέας σε συνεργασία με το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου (ΙΣΑ) στις 24 και 25 Απριλίου 2012.
Το δεύτερο ένα άρθρο του συνάδελφου Χρίστου Καρύδη που δημοσιεύθηκε στον τύπο τις τελευταίες μέρες με τίτλο «Αναδείξτε την ιστορία μας, μην τη φοβάστε».

Πρέπει να τονίσω ότι συμφωνώ απόλυτα με τον τίτλο που έδωσε στο άρθρο του ο συνάδελφος. 
Διαφωνώ όμως με το περιεχόμενο.

***
Το διήμερο συνέδριο είχε θέμα «Η Κυπριακή Αριστερά στην πρώτη περίοδο της Βρετανικής Αποικιοκρατίας: εμφάνιση, συγκρότηση, εξέλιξη».

Κατά γενική ομολογία το συνέδριο ανέδειξε πολλά γνωστά και άγνωστα στοιχεία που έχουν να κάνουν με την εμφάνιση του Κ.Κ.Κ., τα πρώτα του στάδια και την πορεία του μέσα σ’ αυτό το χρονικό πλαίσιο που έθετε και ο τίτλος του συνεδρίου.
Δόθηκαν αρκετά στοιχεία και μέσα και από τις συζητήσεις που έγιναν στο τέλος κάθε ενότητας βγήκαν χρήσιμα συμπεράσματα.

Παρακολουθώντας από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό το συνέδριο, επιβεβαίωσα το συμπέρασμα ότι στην Κύπρο η ιστορία πάσχει. Και πάσχει μάλιστα σοβαρά.
Πάσχει τόσο στη γνώση της ιστορίας μας όσο και στην προβολή.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρηθεί από κανένα ότι είναι ένα αμελητέο σημείο της Κυπριακής Ιστορίας.
Κι όμως, λίγα γνωρίζουμε γι’ αυτό.

Παρουσιάστηκαν, λοιπόν, οι επηρεασμοί των πρωτοπόρων κομμουνιστών, οι θέσεις τους ενάντια στην αποικιοκρατία, οι διώξεις και η πολεμική την οποία υπέστησαν τόσο από τους Βρετανούς όσο και από την Εκκλησία που ήταν τότε ο εκφραστής αυτού που σήμερα ονομάζουμε Δεξιά.

Στελέχη του Κ.Κ.Κ. υπήρξαν εξαιρετικές προσωπικότητες όπως ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ο Λεωνίδας Στρίγγος, η Κλειώ Χριστοδουλίδου, ο Πλουτής Σέρβας, ο Γιάννης Λέφκης και άλλοι.

Όλοι αυτοί απουσιάζουν από την ιστορία μας. Το ίδιο και το Κ.Κ.Κ.
Και αυτό διότι τίποτε δεν διδάσκεται γι’ αυτά στη σχολική ιστορία.
Και επιμένω στο θέμα σχολική ιστορία, διότι εκεί είναι η βάση της μετέπειτα γνώσης του απλού και καθημερινού ανθρώπου.

***
Τονίζω ότι είτε μιλούμε για την ιστορία της Αριστεράς είτε την ιστορία της Δεξιάς, δεν παύουν να αποτελούν μέρος της ιστορίας της Κύπρου.

Το αντίθετο συμβαίνει όσον αφορά την ιστορία της Δεξιάς.
Υπερπροβάλλεται ο ρόλος της Εκκλησίας, της Εθναρχίας, των παπάδων, εξιδανικεύονται τα ιστορικά γεγονότα και δίνουν μια αντι-ιστορική θεώρηση των πραγμάτων, βασισμένα πάνω στο συναίσθημα.
Και ασφαλώς κυρίαρχη θέση έχει η δράση της ΕΟΚΑ 1955-59.

Η Κύπρος είναι γεμάτη μνημεία που αφορούν την περίοδο 55-59.
Το κράτος φρόντισε να ιδρύσει το ΣΙΜΑΕ, το Μουσείο Αγώνος, να διαφυλάξει χώρους που σ’ αυτούς γράφτηκε η ιστορία του 55-59.

Συμφωνώ με τον συνάδελφο Χρ. Καρύδη ότι «την κυπριακή πολιτεία (Κυβέρνηση και Βουλή) να ασχοληθούν με σοβαρότητα πλέον και συστηματικά με την ανάδειξη και την προβολή της ιστορίας του τόπου μας. Και τούτο γιατί λαοί που ξεχνούν την ιστορία τους είναι καταδικασμένοι σε θάνατο και αφανισμό. Και τέτοιο τέλος δεν αξίζει στον Κυπριακό Ελληνισμό».

Δεν διαφωνώ καθόλου μ’ αυτό.
Διαφωνώ με την μονομέρεια.
Διαφωνώ με τον Χρ. Καρύδη όταν γράφει ότι πρέπει να αναδειχθούν πτυχές της νεότερης ιστορίας μας που έχουν σχέση μόνο με την ΕΟΚΑ.
Ζητά από το Υπουργείο Παιδεία να διοργανώνει επισκέψεις μαθητών στα Φυλακισμένα Μνήματα, στη Σεβέρειο Βιβλιοθήκη, το ΡΙΚ να προβάλλει ταινίες για τη ζωή και τη δράση των ηρώων της ΕΟΚΑ, να καθιερωθεί στα σχολεία ημέρα μνήμης του ήρωα μαθητή, κλπ.
Επαναλαμβάνω, καμία ένσταση.

Μόνο που η ιστορία μας δεν περιέχει μόνο αυτά.

Γιατί π.χ. μαζί μ’ αυτά να μην αναδειχθούν οι αγώνες για την Ένωση που ξεκίνησαν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Οθωμανικό ζυγό;
Γιατί να μην αναδειχθούν οι κοινοί αγώνες Ε/κυπρίων και Τ/κυπρίων, οι απεργίες της δεκαετίας του ’40, η ιστορία του εργατικού κινήματος στην Κύπρο, τα όσα έγιναν μετά την ανεξαρτησία, το 63-64, το 1967, οι αντιχουντικοί αγώνες, η περίοδος 1971-74;

Γιατί π.χ. να μη διοργανώνονται επισκέψεις στο Μαυροβούνι, στη Σκουριώτισσα και αλλού, όπου σημειώθηκαν σημαντικά γεγονότα;
Γιατί να μη διοργανώνονται διαγωνισμοί για όλη τη σύγχρονη ιστορία μας;
Γιατί να μην καθιερωθεί και ημέρα κοινών αγώνων Ε/κυπρίων και Τ/κυπρίων;
Γιατί το ΡΙΚ να μην προχωρήσει σε παραγωγές που αφορούν και αυτά τα γεγονότα;

Μήπως όλα αυτά δεν αποτελούν ιστορία;
Μήπως δεν είναι κομμάτια της ιστορίας μας;

Ο ρόλος των ακαδημαϊκών

Θα κάνω όμως και μια θλιβερή διαπίστωση.
Η εικόνα που πήρα από κάποιους ακαδημαϊκούς που έλαβαν μέρος στο διήμερο συνέδριο ήταν απογοητευτική.
Απογοητευτική τόσο για το εύρος των γνώσεων τους γύρω από το θέμα, όσο και από την συμπεριφορά τους.

Θεωρώ αδιανόητο, μέχρι χθες φοιτητές, επειδή πήραν ένα δίπλωμα πανεπιστημίου να θεωρούν τον εαυτό τους ιστορικό και ότι λένε να θεωρείται θέσφατο.
Θεωρώ αδιανόητο κάποιοι που «ακόμα δεν βγήκαν από το αυγό» να μιλούν αφ’ υψηλού και με υποτιμητικό τρόπο προς όσους πιθανόν να διαφωνούν μαζί τους.

Και κυρίως διαφωνώ έντονα με την άποψη κάποιων από αυτούς ότι ιστορία είναι μόνο η καταγραφή γεγονότων και όχι η ερμηνεία τους.
Διερωτώμαι, ποιος τους το έμαθε αυτό;

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΤΕΡΜΑΤΙΣΕΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΟΚΑ


Απόρρητα έγγραφα για την εξορία του Αρχ. Μακαρίου στις Σεϋχέλλες

 Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα έγγραφα που αποδέσμευσε το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών και αφορούν την περίοδο κατά την οποία ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος βρισκόταν εξόριστος στις Σεϋχέλλες.

Ο Μακάριος εξορίστηκε από το αποικιακό καθεστώς στις 9 Μαρτίου 1956, μαζί με τους, Μητροπολίτη Κερύνειας Κυπριανό, παπα-Σταύρο Παπαγαθαγγέλου και Πολύκαρπο Ιωαννίδη. Αφέθηκαν ελεύθεροι στις 17 Απριλίου 1957.

Τα έγγραφα παρουσιάζουν ενδιαφέρον όσον αφορά λεπτομέρειες που αφορούν τόσο την απόφαση για εξορία του Μακαρίου και των συνεργατών του, όσο και για το τι σκεφτόταν αναφορικά με το κυπριακό την περίοδο εκείνη.

Τερματισμός της δράσης της ΕΟΚΑ
Στα έγγραφα περιέχονται σημαντικές αποκαλύψεις οι οποίες δυστυχώς πέρασαν απαρατήρητες σχεδόν από όλα τα Μέσα Ενημέρωσης της Κύπρου, που ασχολήθηκαν με τα αποκαλυφθέντα έγγραφα.

Σχεδόν στο σύνολο του το περιεχόμενο των εγγράφων είναι λίγο πολύ γνωστό. Απλώς επιβεβαιώνονται τα όσα ήδη γνωρίζαμε.

Επομένως το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται σ’ αυτά τα στοιχεία.

Το νέο στοιχείο που βλέπει το φως της δημοσιότητας είναι η αναφορά ότι ο Μακάριος προβληματιζόταν ως προς τα αποτελέσματα της δράσης της ΕΟΚΑ.

Στα έγγραφα γίνεται αναφορά στην κοινή επίσκεψη εκεί του Κρίτωνα Τορναρίτη και του Ντέηβιντ Πήαρσον, Γραμματέα του Βρετανού συνταγματολόγου Ράντκλιφ με σκοπό να εξηγήσουν στον Μακάριο οποιαδήποτε σημεία των συνταγματικών προτάσεων του Βρετανού συνταγματολόγου τα οποία πιθανόν να μην ήταν σαφή σε αυτόν.

Ο Μακάριος σύμφωνα με το έγγραφο, είπε στους δύο επισκέπτες ότι η έκθεση για τις συνταγματικές αλλαγές ήταν σαφής αλλά υπέδειξε ότι ο τόπος εξορίας στις Σεϋχέλλες δεν ήταν ο πλέον κατάλληλος για να τις αξιολογήσει.
Γι’ αυτό εισηγήθηκε αλλαγή χώρου ή ακόμη και επιστροφή στη Κύπρο αίτημα το οποίο απορρίφθηκε.
Αντίθετα γνωστοποιήθηκε στον Μακάριο ότι ο Υπουργός Εσωτερικών ήταν πρόθυμος να επιτρέψει σε οποιουσδήποτε Κύπριους ή Έλληνες επιθυμούσε να δει, να επισκεφθούν τις Σεϋχέλλες και να συνομιλήσουν μαζί του.

Το έγγραφο καταλήγει με τα συμπεράσματα της επίσκεψης Τορναρίτη και Πήαρσον και όσον αφορά την αλλαγή χώρου για διαβουλεύσεις παρατηρεί ότι έφυγαν με την εντύπωση πως ο Αρχιεπίσκοπος θα ήταν πρόθυμος να προβεί σε κάποια ενέργεια για ειρήνευση σε περίπτωση αλλαγής του χώρου για διαβουλεύσεις.

Ο Αρχιεπίσκοπος θα ήταν απρόθυμος να προβεί σε οποιεσδήποτε κινήσεις ενόσω εκκρεμούσε προσφυγή της Ελλάδας στον ΟΗΕ γιατί φοβόταν , εκτιμά το έγγραφο, την αντίδραση του Ελλαδικού τύπου και την επίδραση του επί του Κυπριακού λαού.

Σύμφωνα με το έγγραφο, ο Μακάριος είχε συνάντηση με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα Κρίτωνα Τορναρίτη όπου του αποκάλυψε ότι η κατάσταση στην Κύπρο τον στενοχωρούσε πολύ και αν του διδόταν η ευκαιρία θα χρησιμοποιούσε όλη του την επιρροή να την τερματίσει. Η μέθοδος θα έπρεπε να αφεθεί στο χέρι του. Μια απλή καταδίκη της βίας θα αποτύγχανε λόγω του πατριωτικού αισθήματος των τρομοκρατών. Θα ξεκινούσε λοιπόν με έκκληση κάτω από τους κατάλληλους όρους και αν αποτύγχανε θα συνέχιζε με άλλα μέτρα στη διάθεσή του.

Η εντύπωση που πήρε ο Τορναρίτης ήταν ότι ο Μακάριος ήθελε να τερματιστεί η βία στην Κύπρο, ανεξάρτητα από το αν έφθανε σε λύση ή όχι, αλλά ήθελε πρώτα να δει το αποτέλεσμα της ελληνικής προσφυγής στα Ηνωμένα Έθνη και δεύτερον να μετρήσει τον παλμό του λαού στην Κύπρο.
Τα πρακτικά λένε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των απεσταλμένων, ότι ο Μακάριος δεν έβλεπε με καλό μάτι την ελληνική ανάμιξη στο Κυπριακό και κάπως δεν συμφωνούσε με τον Μητροπολίτη Κερύνειας και τον Πολύκαρπο Ιωαννίδη.
Πίστευε ότι κανένας Ελληνοκύπριος δεν θα τολμούσε να διαπραγματευτεί εν τη απουσία του, όμως φοβόταν ότι τα πράγματα θα ξέφευγαν του ελέγχου αν συνεχιζόταν η βία... Υποσχόταν να έκανε ό,τι μπορούσε αν τερματιζόταν η εξορία.

Διαφωνίες με τους συνεξόριστους
Ο Αρχιεπίσκοπος, συνεχίζει το έγγραφο, δεν φαινόταν να τα πήγαινε καλά με τους δύο συνεξορίστους του, τον Μητροπολίτη Κυρηνείας και τον Πολύκαρπο Ιωαννίδη, οι οποίοι προσπαθούσαν να τον πείσουν να φτάσει στα άκρα προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι.
Ο Αρχιεπίσκοπος καταλήγει το έγγραφο γνήσια επιθυμεί να κάνει μια κίνηση για ειρήνευση , όχι όμως από τις Σεϋχέλλες, αν δεν πραγματοποιείτο η προσφυγή της Ελλάδας στον ΟΗΕ.
Για τις συνταγματικές αλλαγές παρά το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να τις συζητήσει με τον κ. Τορναρίτη απεκάλυψε ότι τις είχε μελετήσει προσεκτικά και φαινόταν να είχε εντυπωσιασθεί.

Ο κ. Τορναρίτης είχε επίσης την εντύπωση ότι ο Αρχιεπίσκοπος θα συνέχιζε να αρνείται να διαβουλευθεί για τις συνταγματικές αλλαγές μέχρι που να του δινόταν η ευκαιρία να σφυγμομετρήσει προσωπικά τη δημόσια γνώμη στη Κύπρο.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

ΙΟΥΔΑΣ: ΠΡΟΔΟΤΗΣ Ή ΤΑΓΜΕΝΟΣ;


Η γιορτή του Πάσχα εστιάζεται σε δύο θέματα. Στο θάνατο και την ανάσταση του Ιησού και στον προδοτικό ρόλο του Ιούδα.

Η ιστορία είναι γνωστή, ο Ιούδας παίρνοντας χρήματα από τους αρχιερείς πρόδωσε τον Ιησού, δίνοντας του ένα φιλί στο μάγουλο.
Και από αυτή την ενέργεια του προέκυψαν τα πάθη, η σταύρωση και η ανάσταση.
Το τέλος του Ιούδα είναι επίσης γνωστό. Κρεμάστηκε από μια συκιά.

Αυτή η ιστορία είναι τόσο απλή; Αυτό λένε τα ευαγγέλια;
Ή καλύτερα συμφωνούν τα τέσσερα ευαγγέλια σ’ αυτό το θέμα;

ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ

Ούτε το θέμα αυτό έμεινε έξω από την πληθώρα αντιφάσεων της Καινής Διαθήκης.

Ο Ιούδας ναι μεν είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της υπόθεσης, όμως οι μαρτυρίες των ευαγγελιστών και των αποστόλων είναι αντιφατικές.
Αν, λοιπόν, ακολουθήσουμε τις αναφορές της Καινής Διαθήκης θα δούμε ότι η ιστορία αυτή στις λεπτομέρειες της παρουσιάζει προβλήματα.
Όμως το ερώτημα παραμένει. Ο Ιούδας ήταν συνειδητά προδότης ή εκτελούσε κάποια αποστολή;

Πήρε τα 30 αργύρια ή όχι;

Κάνοντας αρχή από τον Ματθαίο, μας πληροφορεί ότι οι αρχιερείς είχαν μαζευτεί στην αυλή του αρχιερέα Καϊάφα και συμφώνησαν να συλλάβουν τον Ιησού με τέχνασμα και να τον θαντώσουν[1].

Εδώ αρχίζει η εμπλοκή του Ιούδα στην όλη ιστορία.
 «Tότε, ένας από τους δώδεκα, αυτός που λεγόταν Iούδας Iσκαριώτης, πήγε στους αρχιερείς και είπε: Tι θέλετε να μου δώσετε; κι εγώ θα σας τον παραδώσω. Kι εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια. Aπό τότε, λοιπόν, ζητούσε κάποια ευκαιρία να τον παραδώσει».[2]

Άρα εδώ έχουμε τον Ματθαίο να φέρει τον Ιούδα να ζητά χρήματα και οι αρχιερείς να του δίνουν τα τριάντα αργύρια.

Για τη συγκέντρωση των αρχιερέων γράφει και ο Μάρκος. Σε ότι αφορά την εμπλοκή του Ιούδα αναφέρει:
«Τότε, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους δώδεκα, πήγε στους αρχιερείς για να τους καταδώσει τον Ιησού. Χάρηκαν εκείνοι όταν τον άκουσαν, και του υποσχέθηκαν να του δώσουν χρήματα. Έτσι, λοιπόν, ζητούσε με τι τρόπο να τον παραδώσει σε κατάλληλη ευκαιρία».[3]

Άρα ο Ιούδας δεν πήρε χρήματα αλλά μόνο υπόσχεση.

Ο Λουκάς φαίνεται να συμφωνεί με τον Μάρκο.
«Πήγε, λοιπόν, και συζήτησε με τους αρχιερείς και τους ανώτατους αξιωματικούς του ναού τον τρόπο με τον οποίο θα τους τον παράδινε. Xάρηκαν τότε εκείνοι κι έταξαν να του δώσουν χρήματα. Αυτός συμφώνησε και ζητούσε ευκαιρία να τους τον παραδώσει κάποια ώρα που θα βρισκόταν μακριά από το λαό»[4].

Ο Ιωάννης φαίνεται να μη γνωρίζει κάτι από τα πιο πάνω. Κάνει αναφορά στον Ιούδα μόνο στην περίπτωση της σύλληψης του Ιησού, θέμα που θα το δούμε στη συνέχεια.

Ο Ιησούς υπέδειξε τον Ιούδα ως τον προδότη του ή όχι;

Στη συνέχεια η ομάδα των μαθητών βρίσκεται στο τελευταίο δείπνο. Εκεί όπου ο Ιησούς θα αναγγείλει ότι θα σταυρωθεί και θα κατονομάσει και τον προδότη του.
Ας παρακολουθήσουμε τι γίνεται εκεί, αρχίζοντας και πάλι από τον Ματθαίο.
«Και καθώς έτρωγαν, είπε: Σας πληροφορώ να το ξέρετε, πως ένας από σας θα με προδώσει. Εκείνοι, τότε, βαθιά λυπημένοι άρχισαν να του λένε ένας, ένας: Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;”Κι εκείνος αποκρίθηκε: Αυτός που βούτηξε μαζί μου το χέρι του στο πιάτο, αυτός θα με προδώσει. Kαι όσο για το Γιο του Ανθρώπου, αυτός πηγαίνει βέβαια, όπως έχει γραφτεί γι’ αυτόν, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο με ενέργεια του οποίου παραδίνεται ο Γιος του Ανθρώπου. Θα ήταν προτιμότερο γι’ αυτόν αν δεν είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος. Μίλησε τότε ο Ιούδας, που επρόκειτο να τον προδώσει, και είπε: Μήπως είμαι εγώ, Δάσκαλε;  Του λέει: Μόνος σου το είπες».[5]

Άρα, εδώ μαθαίνουμε ότι ο Ιησούς ξεκάθαρα υπέδειξε τον Ιούδα ως τον άνθρωπο που θα τον προδώσει.

Μικρή απόκλιση έχουμε στον Μάρκο ο οποίος δεν παρουσιάζει τον Ιησού να υποδεικνύει τον Ιούδα ως τον προδότη.
«Σας βεβαιώνω πως ένας από σας θα με καταδώσει. Ένας που τρώει μαζί μου! Tότε εκείνοι άρχισαν να λυπούνται και να τον ρωτούν ένας ένας: Mήπως εγώ; Kι άλλος: Mήπως εγώ; Kι εκείνος τους είπε: Ένας από τους δώδεκα! Aυτός που βουτάει μαζί μου το ψωμί στην κούπα! Kαι ο μεν Γιος του Aνθρώπου πάει, βέβαια, όπως έχει προφητευθεί γι αυτόν, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνον με ενέργεια του οποίου καταδίνεται ο Γιος του Aνθρώπου. Θα ήταν προτιμότερο γι’ αυτόν αν δεν είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος».[6]

Κάπως διαφορετικά τα παρουσιάζει ο Λουκάς:
«Άλλωστε, νάτο κιόλας το χέρι του ανθρώπου που πρόκειται να με παραδώσει, μαζί μου είναι, πάνω στο τραπέζι. Bέβαια, ο Γιος του Aνθρώπου βαδίζει το δρόμο του, όπως έχει προκαθοριστεί, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο με ενέργεια του οποίου παραδίνεται. Άρχισαν τότε αυτοί να συζητάνε μεταξύ τους για το ποιος τέλος πάντων από ανάμεσά τους θα μπορούσε να είναι αυτός που πρόκειται να το κάνει αυτό».[7]

Φυσιολογική η αντίδραση των μαθητών, αφού η απάντηση του Ιησού ήταν γενική και αόριστη. Όλοι ήταν πάνω στο τραπέζι. Και αυτό γιατί ο Ιησούς, σύμφωνα με τον Λουκά, δεν υπέδειξε τον Ιούδα.

Η διαφοροποίηση του Λουκά, εκτός από το τι λέχθηκε εκεί, έγκειται στο ότι οι μαθητές δεν κατάλαβαν σε ποιον αναφερόταν και συζητούσαν μεταξύ τους ποιος θα μπορούσε να ήταν.
Και όχι μόνο δεν κατάλαβαν αλλά όπως γράφει, άρχισε μια συζήτηση μεταξύ τους ποιος είναι ο… ανώτερος!!!
Ο Λουκάς βάζει όμως ακόμα μία παράμετρο: ότι θα γίνει εκείνο που έχει προκαθοριστεί! Ας το κρατήσουμε αυτό.

 Σαφής διαφοροποίηση παρουσιάζεται στον Ιωάννη ο οποίος φαίνεται να συγκεράζει όλα τα προηγούμενα αλλά να προσθέτει και κάποια νέα στοιχεία.
«…Nαι, πραγματικά, σας λέω, ένας από σας θα με προδώσει. Kοίταζαν, λοιπόν, οι μαθητές ο ένας τον άλλο, απορώντας για ποιον το λέει. Στο μεταξύ, γερμένος στο στήθος του Iησού, καθόταν στο τραπέζι ένας από τους μαθητές του, που ο Iησούς τον αγαπούσε ιδιαίτερα. Σ’ αυτόν, λοιπόν, κάνει νόημα ο Σίμων Πέτρος να ρωτήσει και να μάθει, ποιος τάχα να είναι αυτός για τον οποίο το λέει. Tότε εκείνος, αφού έγειρε στο στήθος του Iησού, του λέει: Kύριε, ποιος είναι; O Iησούς αποκρίνεται: Eίναι εκείνος στον οποίο θα δώσω το ψωμί, αφού πρώτα το βουτήξω στην κούπα. Έτσι, αφού βούτηξε το ψωμί, το δίνει στον Iούδα, το γιο του Σίμωνα του Iσκαριώτη. Και μετά που το πήρε εκείνος το ψωμί, μπήκε μέσα του ο Σατανάς. Tου λέει τότε ο Iησούς: Aυτό που είναι να κάνεις, κάνε το γρήγορα. Aυτό, όμως, κανένας από εκείνους που κάθονταν στο τραπέζι δεν κατάλαβε γιατί του το είπε. Mερικοί, μάλιστα, επειδή ο Iούδας κρατούσε το ταμείο, νόμιζαν πως του λέει ο Iησούς: Aγόρασε όσα μας χρειάζονται για τη γιορτή ή να δώσει κάτι στους φτωχούς. Eκείνος, λοιπόν, μόλις πήρε το ψωμί, βγήκε αμέσως έξω. Kαι ήταν νύχτα».[8]

Στο κατά Ιωάννη τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Ο Ιησούς κατονομάζει τον Ιούδα και του λέει ότι είναι να το κάνει, να το κάνει γρήγορα. Όμως οι μαθητές και πάλι φαίνεται να μην κατάλαβαν τι εννοούσε!

Ο Ιούδας φίλησε τον Ιησού ή όχι;

Η επόμενη σκηνή εκτυλίσσεται στο Όρος των Ελαιών όπου ο Ιησούς πάει για να προσευχηθεί, παίρνοντας μαζί του τρεις μαθητές.

Κατά τον Ματθαίο:
«Kι ενώ αυτός μιλούσε ακόμα, εμφανίστηκε ο Iούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του όχλος πολύς με μαχαίρια και ρόπαλα, σταλμένος από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους του λαού. Kι ο προδότης του, τους είχε δώσει σύνθημα λέγοντας: Όποιον φιλήσω, αυτός είναι, πιάστε τον. Πήγε, λοιπόν, κατευθείαν στον Iησού και είπε: Xαίρε, Δάσκαλε, και τον φίλησε επανειλημμένα».[9]

Στη συνέχεια αντιδρά ένας μαθητής, κόβει το αυτί ενός δούλου και ο Χριστός τον επιπλήττει τον μαθητή λέγοντας του ότι αυτά πρέπει να γίνουν για να εκλπηρωθούν οι προφητείες.

Σχεδόν τα ίδια αναφέρουν και ο Μάρκος (14: 43-52) και ο Λουκάς (22:47-53).

Εντελώς διαφορετικό σκηνικό όσον αφορά το ρόλο του Ιούδα στο περιστατικό της σύλληψης, δίνει ο Ιωάννης:
«Tον τόπο αυτόν τον ήξερε ο Iούδας, ο προδότης του, γιατί πολλές φορές πήγε εκεί ο Iησούς μαζί με τους μαθητές του. Έτσι, αφού πήρε ο Iούδας τη στρατιωτική φρουρά και αρκετούς από τους υπηρέτες των αρχιερέων και των Φαρισαίων, τους φέρνει εκεί εφοδιασμένους με φανάρια, με λαμπάδες και με όπλα. O Iησούς, λοιπόν, που ήξερε όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, βγήκε και τους ρώτησε: Ποιον ζητάτε;Tου αποκρίθηκαν: Tον Iησού το Nαζωραίο. Tους λέει ο Iησούς: Eγώ Eίμαι. Mαζί τους στεκόταν κι ο Iούδας ο προδότης».[10]

Ο Ιούδας εδώ δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να πάρει τον στρατό και τον όχλο στον συγκεκριμένο χώρο. Καμία άλλη ανάμιξη είχε. Ούτε φιλί ούτε τίποτα, ενώ οι άλλοι ευαγγελιστές παραθέτουν και διάλογο για επανειλημμένα φιλιά.

Ο θάνατος του Ιούδα. Αυτοκτονία, ατύχημα ή δολοφονία;

Τα πιο πάνω γεγονότα ακολούθησαν τα πάθη, η σταύρωση και η ανάσταση του Ιησού.

Ποια ήταν όμως η τύχη του Ιούδα;

Όπως μας πληροφορεί ο Ματθαίος, στο μεσοδιάστημα της δίκης του Ιησού ο Ιούδας αυτοκτονεί. Σημειωτέον ότι μόνο ο Ματθαίος (από τους 4 ευαγγελιστές) αναφέρεται στο τέλος του Ιούδα.

Ας τον παρακολουθήσουμε:
«Tότε, όταν είδε ο Iούδας, που τον είχε προδώσει, ότι καταδικάστηκε, μεταμελήθηκε κι επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους, λέγοντας: Aμάρτησα έχοντας παραδώσει στο θάνατο αθώο άνθρωπο. Mα εκείνοι του είπαν: Kαι τι μας μέλει εμάς; Δικός σου λογαριασμός! Tότε, εκείνος, αφού πέταξε τα αργύρια μέσα στο ναό, έφυγε και πήγε και κρεμάστηκε. Οι αρχιερείς, λοιπόν, αφού πήραν τα αργύρια είπαν: Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε αυτά στο ταμείο του Nαού, γιατί είναι αντίτιμο αίματος. Έτσι, πήραν την απόφαση σε σύσκεψη κι αγόρασαν μ’ αυτά το χωράφι του κεραμιδά για νεκροταφείο των ξένων. Γι’ αυτό και ονομάστηκε το χωράφι εκείνο Xωράφι Aίματος, όπως λέγεται ως και σήμερα. Μ’ αυτό εκπληρώθηκε η προφητεία που έγινε μέσω του προφήτη Iερεμία, που λέει: Πήραν, λοιπόν, τα τριάντα αργύρια, που καθορίστηκαν από μερικούς Iσραηλίτες σαν αντίτιμο του ανεκτίμητου, και τα έδωσαν για το χωράφι του κεραμιδά, όπως ακριβώς μου το όρισε ο Kύριος». [11]

Όπως αναφέραμε ήδη, ο μόνος ευαγγελιστής που κάνει αναφορά στην αυτοκτονία του Ιούδα είναι ο Ματθαίος. Όμως υπάρχει και μία άλλη αναφορά στις Πράξεις των Αποστόλων, όπου παρατίθεται μια αναφορά του Απ. Πέτρου για το ρόλο και το τέλος του Ιούδα.
Ας την δούμε προσεκτικά:
«Mια από τις μέρες εκείνες, σηκώθηκε ο Πέτρος ανάμεσα στους πιστούς, ενώ ο αριθμός των παρευρισκομένων ήταν γύρω στα εκατόν είκοσι άτομα, και είπε: Άντρες αδελφοί, δεν μπορούσε παρά να εκπληρωθεί η προφητεία εκείνη της Γραφής, που μέσω του Δαβίδ είπε το Άγιο Πνεύμα σχετικά με τον Iούδα, ο οποίος έγινε ο οδηγός εκείνων που συνέλαβαν τον Iησού, μολονότι συγκαταλεγόταν μαζί μας και του είχε δοθεί η μερίδα της υπηρεσίας αυτής.
Aυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος, με την αμοιβή που πήρε για την εγκληματική του πράξη, αγόρασε ένα χωράφι. Έπεσε, όμως, μπρούμυτα κάτω και σκίστηκε η κοιλιά του στη μέση και χύθηκαν έξω όλα τα εντόσθιά του. Aυτό μαθεύτηκε σε όλους τους κατοίκους της Iερουσαλήμ. Γι’ αυτό και ονόμασαν το χωράφι εκείνο στη δική τους γλώσσα Aκελδαμά, που ελληνικά σημαίνει Xωράφι Aίματος.
Άλλωστε, έχει προφητευθεί αυτό στο βιβλίο των Ψαλμών με τα λόγια: Έρημη ας καταστεί η έπαυλή του κι ας μην υπάρξει κανείς που να την κατοικεί. Kι επίσης: Tο αξίωμά του κάποιος άλλος ας το πάρει».[12]

Εξόφθαλμα οι δύο αναφορές συγκρούονται στην ουσία τους.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι:
·         Ο πρώτος μας λέει ότι ο Ιούδας μετανόησε. Στον δεύτερο αυτό δεν ισχύει.
·         Ο πρώτος μας λέει ότι επέστρεψε τα λεφτά, ενώ ο δεύτερος μας λέει ότι τα κράτησε.
·         Ο πρώτος μας παραθέτει διάλογο μεταξύ αρχιερέων και Ιούδα, ενώ ο δεύτερος δεν ξέρει κάτι τέτοιο, αφού όπως λέει δεν μετανόησε και δεν πήγε ξανά κοντά τους.
·         Ο πρώτος μας λέει ότι τους πέταξε τα λεφτά και έφυγε, και οι αρχιερείς αποφάσισαν να αγοράσουν ένα χωράφι για να θάβουν τους ξένους. Ο δεύτερος λέει ότι το χωράφι το αγόρασε ο ίδιος ο Ιούδας.
·         Και οι δύο μας λένε ότι το χωράφι ονομάστηκε «Χωράφι Αίματος».
·         Ο πρώτος μας λέει ότι κρεμάστηκε και ό άλλος ότι πέθανε από… ατύχημα.
·         Ο δεύτερος λέει ότι το γεγονός που περιγράφει μαθεύτηκε σ’ όλη την Ιερουσαλήμ ενώ δεν ισχύει κάτι τέτοιο για τον Ματθαίο.

Η προφητεία, το κκισμέττιν και η ανάθεση

Απ’ όσα παρατέθηκαν προβάλλουν διάφορα ζητήματα.
Το κυριότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι το θέμα της προφητείας. Δεν θα αναφερθώ κατά πόσον αυτό που ονομάζεται προφητεία, όντως αναφέρεται στον Χριστό. Η δική μου άποψη είναι ότι δεν αναφέρεται σ’ αυτόν, όπως και οι υπόλοιπες που αναφέρονται στην Κ. Δ. αναφέρονται στον Χριστό.

Αλλά αν δεχτούμε ότι εκπληρώθηκε η προφητεία, τότε ο Ιούδας κακώς έχει στιγματιστεί. Αντίθετα θα έπρεπε να τιμάται. Γιατί;
-          Ήταν προορισμένος από τον ίδιο το θεό γι’ αυτή την αποστολή. Το λέει και ο απ. Πέτρος.
-          Ο ίδιος ο Ιησούς γνώριζε το ρόλο που θα διαδραμάτιζε ο Ιούδας. Επομένως θα μπορούσε, αν ήθελε να αποφύγει την προδοσία να μην τον επέλεγε για μαθητή.
-          Αν δεν ήταν ο (όποιος) Ιούδας για να επιτελέσει την συγκεκριμένη αποστολή, πώς θα εκπληρωνόταν η αποστολή του Ιησού; Πώς θα σταυρωνόταν και πώς θα αναστηνόταν;

Πέραν τούτων αυτή η ιστορία μπορεί να ανοίξει μια συζήτηση για το αν ο Χριστιανισμό αποδέχεται το «κκισμέττιν» ή όχι.
Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα.



[1] Ματθ. 26, εδ. 1-5.
[2] Ματθ. 26:14-16.
[3] Μαρκ. 14: 10-11.
[4] Λουκ. 24: 4-6.
[5] Ματθ. 26: 21-25.
[6] Μαρκ. 14: 17-21.
[7] Λουκ. 22: 21-23.
[8] Ιωαν. 13:21-30.
[9] Ματθ. 26: 47-56.
[10] Ιωαν. 18: 2-11.
[11] Ματθ.: 27:3-10.
[12] Πράξεις: 1: 15-20.