Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974 – ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ



Οι απολογητές του μεγαλύτερου εγκλήματος που έγινε ποτέ στην Κύπρο, του πραξικοπήματος του 1974 αμφισβητούν κάποια δεδομένα για την ημέρα του πραξικοπήματος.

Ανάμεσα σ’ αυτά που αμφισβητούν είναι και η ύπαρξη των παιδιών από την Αίγυπτο στο προεδρικό μέγαρο.

Την παρουσία των παιδιών πιστοποιεί σε ανύποπτο χρόνο ο μακαριστός Πατριάρχης Αλεξανδρείας Πέτρος Α’.

Μιλώντας στις 15 Ιουλίου 1997 στο ραδιόφωνο του ΑΣΤΡΑ μετέφερε την εμπειρία του.

Για όσους δεν γνωρίζουν, ο πατριάρχης, ως κληρικός τότε, συνόδευσε την ομάδα των παιδιών στην Κύπρο.
Στο βίντεο που ακολουθεί αφηγείται την ώρα της επίθεσης των πραξικοπηματιών στο προεδρικό μέγαρο, ποια ήταν η αντίδραση του Μακαρίου και τι έγινε με τα παιδιά.

Η μαρτυρία του καταρρίπτει τους ισχυρισμούς ότι δεν υπήρχαν παιδιά από την Αίγυπτο στο προεδρικό την ώρα του πραξικοπήματος.



Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

39 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ



Στις 5.30 το πρωί ήχησε και πάλι ο ανατριχιαστικός ήχος των σειρήνων θυμίζοντας το δεύτερο σκέλος του Ιουλιανού εγκλήματος.


Και σήμερα οι θύμισες κατάκλυσαν το μυαλό μου.
Από εκείνη την ώρα δεν έκλεισα μάτι.
Σκεφτόμουνα πολλά και διάφορα.

Στο μυαλό μου ήρθαν οι σκηνές εκείνου του πρωινού.

Ήμουνα 9 χρονών και ο αδελφός μου 10.
Ο αδελφός μου πήγε εκείνη την ώρα στην τουαλέτα. Τον ένιωσα που σηκώθηκε.
Άκουγα ένα παράξενο βόμβο αλλά δεν έδωσα σημασία.

Επιστρέφοντας τον ακούω να ξυπνάει τον πατέρα μου και να του λέει: «Παπά, έσιει κάτι μιάλα αεροπλάνα τζιαι κάτι σύρνουν»…

Ο πατέρας μου πετάγεται σαν ελατήριο και τον ακούω να λέει: «Άπαναϊα μου, ήρταν οι τούρτζιοι!».

Τρέχει στο παράθυρο και τα βλέπει. Μας είπε να ετοιμαστούμε να φύγουμε από το σπίτι.
Το σπίτι μας ήταν απέναντι από τον αστυνομικό σταθμό του Γερολάκκου.
Θυμούμαι ότι το απόγευμα της Τετάρτης κάθονταν με το θείο μου στη βεράντα της κουζίνας η οποία ήταν απέναντι από τον σταθμό.
Ο θείος με καμάρι λέει στον πατέρα μου: «Είδες την ελληνική σημαία πασ’ την αστυνομία; Σε λλίον εν να γινεί η ένωση».

«Εν η ένωση με την Τουρκία που εν να γινεί ρε» του λέει ο πατέρας μου.

Όλος ο κόσμος εκτός από τους ΕΟΚΑΒητατζήδες και τους χουντικούς, ήξεραν ότι τυχόν πραξικόπημα θα σήμαινε τουρκική εισβολή. Είχε άλλωστε προειδοποιήσει γι’ αυτό πολλές φορές ο Μακάριος.

Φύγαμε, λοιπόν, και πήγαμε στο διόροφο σπίτι της θείας μου στο κέντρο του χωριού. Κόσμος πολλής ήταν εκεί μέσα.
Οι άνδρες φύγανε για να πάνε στον πόλεμο.

Από τις 6 και κάτι το πρωί άρχισαν οι βομβαρδισμοί. Κράτησαν μέχρι τις 6 το απόγευμα. Κι αυτό γιατί το χωριό βρίσκεται ακριβώς κάτω από το αεροδρόμιο Λευκωσίας και δίπλα από το χωριό Μάμμαρι όπου υπήρχαν αποθήκες οπλισμού της Ε.Φ.

Σε κάποια στιγμή ο πατέρας μου επέστρεψε, νομίζω ήταν προς το απόγευμα.

Μικροί εμείς δεν πολυκαταλαβαίναμε. Όμως νιώθαμε τον φόβο, βλέπαμε την αγωνία των γυναικών που ήταν μαζί μας.

Μετά τη λήξη των βομβαρδισμών ακούμε φωνές έξω από το σπίτι. Βγαίνουμε έξω.
Θυμούμαι ένα άνδρα με πράσινη στρατιωτική στολή και μαύρο μπερέ έχοντας στραμμένο το όπλο του στον αέρα να φωνάζει να φύγουμε διότι θα πάρουν το χωριό οι Τούρκοι.
Στο μπερέ και στη ζωστήρα του έγραφε «ΕΟΚΑ Β».
Δεν ξέρω ποιος ήταν, ούτε οι δικοί μου συγκράτησαν τη φάτσα του. Ήταν όμως χωριανός μας.

Φύγαμε και πήγαμε στο Μιτσερό. Στη διαδρομή τα αυτοκίνητα ήταν ουρά. Παντού καμένα χωράφια, πάσσαλοι της ηλεκτρικής να καίγονται σαν λαμπάδες και αεροπλάνα να πετάνε από πάνω μας.

Από τότε πήγαμε τρεις τέσσερεις φορές στο χωριό για να πάρουμε μερικά πράγματα, με την ελπίδα ότι θα επιστρέφαμε ξανά πίσω.

Η ελπίδα έσβησε στις 14 Αυγούστου στον δεύτερο γύρο της εισβολής.
Αυτό που μας είπε ο ΕΟΚΑΒητατζής έγινε πραγματικότητα σχεδόν ένα μήνα μετά.

Από εκεί αρχίζει μια άλλη περιπέτεια αξέχαστη κι αυτή. Οι γονείς μας στέλλουν στην Ελλάδα μαζί με άλλα προσφυγόπουλα. Μόνους μας, χωρίς τους γονείς μας.

Πάμε στον Πύργο Ηλείας όπου μας φιλοξενούν οικογένειες για σχεδόν 1 χρόνο.
Νέες εμπειρίες πρωτόγνωρες για μας.
Ας είναι καλά η οικογένειες που μας φιλοξένησαν.

Και μ’ αυτό το κείμενο θα ήθελα να πω για ακόμα μια φορά ένα μεγάλο ευχαριστώ στην οικογένεια Προκοπίου Μπρη για όσα μας πρόσφερε.
_________________

Σήμερα, 39 χρόνια μετά, μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και άλλες εξελίξεις αναμένουμε να δούμε πού θα οδηγηθεί το Κυπριακό.

Παρακολουθούμε την κυβέρνηση να προσπαθεί να δικαιώσει το πραξικόπημα με πρώτο βήμα την κατάθεση στεφανιού στους τάφους των 22 καταδρομέων που επιτέθηκαν στο προεδρικό.
Αναμένουμε να δούμε τι θα ακολουθήσει.

Περισσότερο όμως καίει η κατάσταση της Οικονομίας. Μέχρι πού θα φτάσει το πράγμα;
Και ασφαλώς είναι και το Κυπριακό που επηρεάζεται από τις οικονομικές εξελίξεις.

Τα απορριπτικά κόμματα αντιδρούν και πάλι στην προοπτική μιας λύσης στη βάση της Δ.Δ.Ο.
Πότε θα μας πούνε πραγματικά ποια λύση θέλουν;
Από την άλλη ποια πολιτική θα ακολουθήσει η κυβέρνηση;

Θα μείνει πιστή στα ψηφίσματα των Η.Ε. για λύση Δ.Δ.Ο. ή θα υποκύψει στον απορριπτισμό του ΔΗΚΟ;           
Θα μείνει πιστή στα ψηφίσματα ή θα προχωρήσει στη λύση της χαλαρής ομοσπονδίας;

Όλα αυτά θα αναμένουμε να τα δούμε στο άμεσο μέλλον.

39 χρόνια μετά κι ακόμα περιμένουμε…

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΓΚΛΗΜΑ


Πέρασαν ήδη 39 χρόνια από την πιο τραγική μέρα της σύγχρονης Κυπριακής Ιστορίας.
Στις 15 Ιουλίου 1974 η Ελληνική κυβέρνηση, η επονομαζόμενη και χούντα παραβίαζε με τον πιο βάναυσο τρόπο τις συμφωνίες Εγγύησης και Συμμαχίας βάση των οποίων η Κύπρος καθίστατο
Ανεξάρτητο κράτος μετά τη λήξη της δράσης της ΕΟΚΑ.

Ας μην κακοφαίνεται σε κάποιους όταν αναφερόμαστε στις ελληνικές ευθύνες για όσα έγιναν στην Κύπρο.
Ξεκαθαρίζοντας πάντοτε ότι οι ευθύνες αυτές δεν αγγίζουν τους λαούς αλλά τις ηγεσίες τους. Δεν είναι ο ελληνικός λαός που διενέργησε το πραξικόπημα, ούτε ασφαλώς ο τουρκικός την εισβολή.

Μακριά, λοιπόν, από κάθε διάθεση για προπαγάνδα ή θεώρηση της ιστορίας μέσα από το τι μας συμφέρει να λέμε και τι όχι, άποψη μου είναι ότι πρέπει να λέγονται τα πράγματα με τ’ όνομα τους.

Η Τουρκία προσπαθούσε να βρει αφορμή για να εισβάλει στην Κύπρο και να επιβάλει τη λύση που εκείνη ήθελε.
Δεν μπορούσε όμως να το πραγματοποιήσει επειδή δεν είχε το νομικό έρεισμα που να δικαιολογεί μια εισβολή.
Ο 1964 περιορίστηκε στους βομβαρδισμούς αφού δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει νομικά στην διεθνή κοινότητα μία εισβολή υπό οποιοδήποτε πρόσχημα.

Βρήκε το νομικό έρεισμα όταν πρώτη η Ελλάδα (ως κυβέρνηση) παραβίασε τις συνθήκες.
Είχε απόλυτο δίκαιο ο Μακάριος όταν μιλώντας στα Ηνωμένα Έθνη στις 19 Ιουλίου 1974, κατάγγελλε την Ελλάδα για εισβολή.
Διότι ο κύριος όγκος των δυνάμεων που διενέργησαν το πραξικόπημα ήταν η ΕΛΔΥΚ και μονάδες της Ε.Φ. που ελέγχονταν από τον ελληνικό στρατό.

Ήταν, λοιπόν, το τέλειο άλλοθι για την Τουρκία. Θα αξιοποιούσε την πρόνοια των συνθηκών:

«Άρθρον IV
Εν περιπτώσει παραβιάσεως των διατάξεων της παρούσης συνθήκης, η Ελλάς, η Τουρκία και το Ηνωμένον Βασίλειον αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν όπως διαβουλεύωνται μετ’ αλλήλων όσον αφορά τας παραστάσεις ή τα μέτρα τα αναγκαία δια την διασφάλισιν της τηρήσεως των εν λόγω διατάξεων.
Εφ’ όσον κοινή ή συντετονισμένη ενέργεια δεν ήθελεν αποδειχθή δυνατή, εκάστη των τριών εγγυητριών δυνάμεων επιφυλάσσει εαυτή το δικαίωμα όπως ενεργήση με μόνον σκοπόν την επαναφοράν της δια της παρούσης συνθήκης δημιουργηθείσης καταστάσεως».

Και αυτό έγινε.

Είναι γι’ αυτό που επιμένω ότι οι ελληνικές ευθύνες είναι τεράστιες. Όσες δικαιολογίες και να παρατεθούν.
Ήταν περισσότερο από σαφές ότι τυχόν πραξικόπημα από ελληνικής πλευράς ισοδυναμούσε με επέμβαση της Τουρκίας.

Κατά κάποιον τρόπο η Τουρκία μπορεί να δικαιολογήσει την εισβολή με βάση τη συνθήκη Εγγύησης. Εκείνο που δεν μπορεί να δικαιολογήσει είναι την παραμονή της, την κατοχή.
Με οποιονδήποτε λόγο και αν προτάξει.

Δυστυχώς όμως, 39 χρόνια μετά, κάποιοι δαιμονοποιούν κάθε άποψη που επιρρίπτει ευθύνες στην ελληνική πλευρά και επικεντρώνονται μόνο στις συνέπειες της εισβολής.
Παραγράφοντας και διαγράφοντας ότι μέχρι τις 15 Ιουλίου 1974 η Τουρκία δεν μπορούσε να επέμβει.

Και ψάχνουν να δικαιολογήσουν το πραξικόπημα άλλοι απροκάλυπτα και άλλοι συγκαλυμμένα ή πιο προσεκτικά.
Αναμασούν διάφορα παραμύθια που μόνο από τους ίδιους γίνονται πιστευτά, αν και οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι λένε λόγια του αέρα.

Λένε π.χ. ότι:
·         Τους Τούρκους τους κάλεσε ο Μακάριος με την ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη.
Και το λένε αυτό χωρίς να συνειδητοποιούν ότι την ώρα που μιλούσε ο Μακάριος ο τουρκικός στόλος ήταν κοντά στο Πέντε μίλι και ετοιμαζόταν για την απόβαση.

·         Όταν τα βρίσκουν σκούρα σ’ αυτό, λένε ότι κάλεσε τις εγγυήτριες δυνάμεις να παρέμβουν.
Γνωρίζοντας ότι κι αυτό είναι ψέμα. Δεν υπάρχει τέτοια αναφορά του Μακαρίου. Υπάρχει μόνο αυτό:
«Καλώ τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να τεθεί ένα τέλος στην αφύσικη αυτή κατάσταση, που δημιουργήθηκε με το πραξικόπημα των Αθηνών. Καλώ το Συμβούλιο Ασφαλείας να κάνει χρήση όλων των τρόπων και μέσων που διαθέτει, ώστε να αποκατασταθούν χωρίς καθυστέρηση η συνταγματική τάξη και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου».
(…) «Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τους Έλληνες αξιωματικούς, που υπηρετούν στην κυπριακή εθνοφρουρά, και να θέσει τέλος στην εισβολή τους στην Κύπρο».

·         Προσπαθούν να δικαιολογήσουν το πραξικόπημα πότε κατηγορώντας τον Μακάριο για αρχομανία (που την είχε), πότε κατηγορώντας τον ότι διοικούσε δικτατορικά, πότε γιατί δεν ήθελε την Ένωση και την καταπολεμούσε, πότε γιατί καταπίεζε τους ενωτικούς.

Τα ίδια μας λένε και για τη δημιουργία της ΕΟΚΑ Β’ προβάλλοντας τον αστήριχτο ισχυρισμό ότι ο Γρίβας την ίδρυσε για να… συνεργαστεί με το Μακάριο εναντίον της χούντας!
Παραγράφοντας και πάλι ότι πριν ακόμα έρθει στην Κύπρο ο Γρίβας, από το κινηματοθέατρο «Ορφέας» στην Αθήνα απειλούσε τον Μακάριο για την άρνηση του να προωθήσει την Ένωση.

Όλα αυτά λέγονται για να δικαιολογήσουν το πραξικόπημα. Πλην όμως η προσπάθεια είναι μάταιη και αναποτελεσματική.

Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ τον Μακάριο άσπιλο και αμόλυντο. Ούτε ότι δεν προωθούσε σκοπιμότητες και δικά του συμφέροντα.
Εκείνο που δεν αποδέχομαι είναι τις διάφορες προφάσεις για δικαιολόγηση του μεγαλύτερου εγκλήματος που έγινε στην Κύπρο.

Και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια διαβλέπουμε και μια έντονη προσπάθεια, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια να πείσουν κάποιοι ότι για το πραξικόπημα ευθύνονται τα θύματα και όχι οι θύτες.

Αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί με καμία δύναμη.
Οι ρεβανσιστικές διαθέσεις διαφόρων δεν πρέπει και δεν θα βρουν πρόσφορο έδαφος.

Η μνήμη του πραξικοπήματος ως της κύριας και ουσιαστικής αιτίας που προκάλεσε την εισβολή της Τουρκίας δεν θα ξεθωριάσει, όσο κι αν το επιδιώκουν κάποιοι.


Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ, ΟΙ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ



«Είναι απαίτηση του λαού, δήλωσε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄, να σταματήσουν οι κλεψιές και οι απάτες, η εξέταση αυτών των υποθέσεων να γίνει σε βάθος και μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια και κάποιοι, επιτέλους, πρέπει να πάνε φυλακή».

Αυτό δήλωσε ο αρχιεπίσκοπος, παρουσιαζόμενος ως ο άσπιλος και αμόλυντος όλων.

Θέλει να μιλήσουμε για κλεψιές και απάτες;

Ρωτούμε και ας μην πάρουμε απαντήσεις:

-          Πού βρήκε όλη αυτή την περιουσία η Εκκλησία; Όχι βέβαια από τους κόπους των παπάδων και των καλόγηρων. Πού την βρήκε λοιπόν;

-          Πότε απόκτησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της; Ποια ιστορική περίοδο;

-          Ποιος και πόσα χρήματα παίρνει από το υστέρημα κυρίως των φτωχών στρωμάτων κάθε Κυριακή, με το δικαιολογητικό της φιλανθρωπίας;

-          Ποιος, εκμεταλλευόμενος το θρησκευτικό αίσθημα του απλού λαού τον ξεζουμίζει κάθε τόσο για να κτίζει εκκλησίες;

-          Ποιος εκμεταλλεύεται ακόμα και το θάνατο των ανθρώπων για να πωλεί τάφους στα κοιμητήρια με την απειλή ότι αν δεν αγοραστεί ο τάφος μετά από λίγα χρόνια θα βάλουν άλλον μέσα;

-          Ποιος κλέβει περιουσίες του κόσμου που είναι κατασχεμένες από το κράτος και έχουν μετατραπεί σε στρατόπεδα, χτίζοντας μέσα εκκλησάκια;

-          Ποιος οικειοποιείται και καρπούται όλες αυτές τις περιουσίες;

Όταν απαντηθούν όλα αυτά τότε ο αρχιεπίσκοπος θα έχει το δικαίωμα να μιλά για κλεψιές και απάτες και να απαιτεί να πάνε και φυλακή.

Παραθέτω το σχετικό κείμενο του Φιλελεύθερου:



Μεγάλο πονοκέφαλο αποτελούν για το υπουργείο Άμυνας οι ναοί που ανεγέρθηκαν με δωρεά σε επιταγμένα τεμάχια εντός στρατοπέδων της Εθνικής Φρουράς.
Το πρόβλημα προέκυψε προ μηνών, με την κατάργηση στρατοπέδων στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της ΕΦ, όπου το υπουργείο κλήθηκε να επιστρέφει τα επιταγμένα τεμάχια.
Στις περιπτώσεις, όμως, όπου ανεγέρθηκαν ναοί, αυτό δεν μπορούσε να γίνει καθώς με τον καθαγιασμό τους, ο χώρος περιήλθε στην ιδιοκτησία της Εκκλησίας, η οποία δεν συναινεί για κανένα λόγο στην κατεδάφιση ναών.
Αποτέλεσμα, οι ιδιοκτήτες των επιταγμένων τεμαχίων να στραφούν νομικά εναντίον του υπουργείου Άμυνας, αξιώνοντας χρηματικές αποζημιώσεις για τις εκτάσεις γης που καταλαμβάνουν οι ναοί εντός των τεμαχίων τους.
Σύμφωνα με την Εκκλησία, με τον καθαγιασμό που γίνεται κατά τη διάρκεια της τελετής των εγκαινίων, ένας ναός μεταβάλλεται από απλό κτίσμα σε οίκο λατρείας και προσευχής και η Τράπεζά του, σε ιερό θυσιαστήριο και Αγία Τράπεζα.
Το υπουργείο, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που προέκυψε, έδωσε οδηγίες για να απαγορευθεί η ανέγερση ναών εντός στρατοπέδων ακόμη κι αν αφορά δωρεά.
Με απαντητική του επιστολή προς τη Γενική Ελέγκτρια, Χρυστάλλα Γιωρκάτζη, ημερομηνίας 22/2/2013 που κοινοποιήθηκε προς τη Βουλή, ο γενικός διευθυντής του υπουργείου, Χρίστος Μαληκκίδης, αναφέρει τα εξής: «Για το όλο θέμα έχουν γίνει αρκετές επιστολές προς το ΓΕΕΦ το οποίο έχει εκδώσει οδηγία προς όλες τις μονάδες για να αποφεύγονται οι αποδοχές δωρεών για ανέγερση εκκλησιών στα στρατόπεδα. Επί τούτου, έχει γίνει επίσης από την Τεχνική Υπηρεσία του υπουργείου μελέτη πρότυπου σχεδίου, με βάση το οποίο στα στρατόπεδα θα ανεγείρονται παρεκκλήσια χωρίς καθαγιασμό, αφενός για να μην προκύπτουν δικαιώματα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας και αφετέρου για να μπορεί η γη να επιστρέφεται στους ιδιοκτήτες της».

Μήπως αυτό δεν είναι κλεψιά και απατεωνιά;

Και ερωτώ τον αρχιεπίσκοπο: Όταν ανεγείρονταν αυτοί οι ναοί, ενημερώνονταν οι ιδιοκτήτες των χώρων ότι με τον καθαγιασμό των ναών, ο χώρος δεν θα τους ανήκε πλέον;
Ενημερώνονταν ότι ο χώρος θα ήταν πλέον ιδιοκτησία της Εκκλησίας;

Ενημερώνονταν γραπτώς ή προφορικά;
Και ποια απάντηση έδιναν; (Αν έδιναν).

Να αναμένουμε άραγε απάντηση από τον μακαριότατο;