Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Η Ομιλία του Πρέδρου Αναστασιάδη ενώπιον της Βουλής για το Κυπριακό. Το πλήρες κείμενο



Ομιλία Προέδρου της Δημοκρατίας
κ. Νίκου Αναστασιάδη
στη Βουλή των Αντιπροσώπων για το Κυπριακό
Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016


Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Θα ήθελα προ της όποιας αναφοράς να εκφράσω τις θερμότατες ευχαριστίες μου στον Πρόεδρο του Σώματος, γιατί με δική του πρωτοβουλία και ύστερα από συνεννόηση με τα κοινοβουλευτικά κόμματα, πραγματοποιείται σήμερα μια ιστορική, θα έλεγα, σύνοδος της Βουλής.

Μια σύνοδος που στόχο έχει την ενημέρωση του αντιπροσωπευτικότερου θεσμού της χώρας για τα όσα μέχρι σήμερα διαδραματίζονται στην νέα προσπάθεια επίλυσης του εθνικού μας προβλήματος.
Θέλω κυρίες και κύριοι, να είμαι εξαρχής ξεκάθαρος.  Δεν είναι η πρόθεσή μου ούτε να ωραιοποιήσω ή να αποκρύψω τυχόν αδυναμίες ή αρνητικά, αλλά ούτε και να δαιμονοποιήσω τα όσα καταγράφονται στις διαπραγματεύσεις.
Θα παραθέσω τα γεγονότα ως έχουν και θα αναπτύξω κάποιους προβληματισμούς για τις προοπτικές και δυνατότητες που προσφέρονται ή και τις συνέπειες εις βάρος του κυπριακού ελληνισμού και της πατρίδας μας, είτε από μια ετεροβαρή λύση ή ένα νέο αδιέξοδο, αν ιδιαίτερα τούτο οφείλεται σε ανεδαφικές προσδοκίες ή στην επιδίωξη του ανέφικτου.
Θεωρώ καθήκον μου να  τονίσω το αυτονόητο: Η σημερινή ενημέρωση δεν θα πρέπει να θεωρείται ως  αφορμή για να ξεκινήσει μια δημόσια μεταξύ μας διαπραγμάτευση ή, το χειρότερο, αιτία για αχρείαστες αντιπαραθέσεις.
Κάτι ανάλογο θα αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική μας θέση αλλά και θα προκαλούσε έναν ανεπιθύμητο διαχωρισμό. Δεν θέλω να τον αποκαλέσω διχασμό.
Εξάλλου, όπως πολλές φορές έχω τονίσει, αλλά είναι και η βαθειά μου πεποίθηση, αυτό που επιζητώ είναι τη συνεργασία και στήριξη του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων, αν είναι δυνατόν. 
Θα το επαναλάβω, κανενός οι ώμοι δεν είναι ικανοί να σηκώσουν το βάρος ενός προβλήματος που αφορά την τύχη του Kυπριακού Ελληνισμού ή το μέλλον του συνόλου του λαού και της Χώρας.
Την ίδια ώρα, δεν θα επέτρεπα ποτέ να εκληφθεί πως η έκκληση και οι αναφορές μου αποσκοπούν στη φίμωση του οποιουδήποτε ή στην αποφυγή έκφρασης της αντίθετης άποψης. Εξάλλου, οι μεταξύ μας διαφωνίες είναι καλά γνωστές, θεμιτές αλλά και απόλυτα σεβαστές. 
Εκείνο που θεωρώ άκρως επιβλαβές είναι η παραποίηση καμιά φορά, διαστρέβλωση ή απόκρυψη γεγονότων προκειμένου να αιτιολογείται η διαφωνία ή η κριτική που ασκούμε. 
Και εάν η πιο πάνω μορφή κριτικής αφορά θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης που σκοπό έχουν την αλλαγή στη διακυβέρνηση, τούτο μπορεί να θεωρηθεί σαν μέρος του πολιτικού παιγνίου, όταν όμως αφορά την τύχη ενός λαού, είμαι βέβαιος πως και εσείς θα συμφωνείτε, είναι και άκρως επικίνδυνο.
Κρίνω απόλυτα αναγκαίο κατά τη σημερινή σύνοδο της Βουλής, που, επαναλαμβάνω, τη θεωρώ ιστορική, να μην περιοριστώ μόνο στην παράθεση στοιχείων που αφορούν την πορεία των διαπραγματεύσεων, αλλά να επεκταθώ σε  τεκμηριωμένη ανάλυση του συνόλου των παραμέτρων που συνθέτουν το κυπριακό πρόβλημα, ταξινομώντας τους προβληματισμούς μου σε 4 ενότητες. 
Την πρώτη που αναφέρεται στη συμφωνηθείσα βάση λύσης του κυπριακού, τη δεύτερη που επικεντρώνεται στην ενημέρωση του σώματος για την πορεία του εν εξελίξει διαλόγου, την τρίτη που αφορά τις διεθνείς, ευρωπαϊκές και περιφερειακές εξελίξεις και την τέταρτη που καταγράφει προβληματισμούς ως προς την ακολουθητέα πορεία.
Επέλεξα σαν πρώτο θέμα αναφοράς τη βάση λύσης του Κυπριακού και τούτο όχι τυχαία. 
Το πράττω γιατί θα πρέπει όλοι με νηφαλιότητα να αναλογιστούμε αν ιδιαίτερα υπό τα σημερινά δεδομένα προσφέρονται άλλες από τις επιλογές που οδήγησαν τον Πρόεδρο Μακάριο το 1977, με ομόφωνη στήριξη του Εθνικού Συμβουλίου, να προχωρήσει στην πρώτη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου που καθόριζε τη διπεριφερειακή – δικοινοτική ομοσπονδία σαν τη βάση λύσης του Εθνικού μας προβλήματος.
Θέλω εξαρχής να τονίσω πως οι προβληματισμοί που θα αναπτύξω δεν αναφέρονται – και το τονίζω - στις πρόνοιες που πρέπει να διέπουν τη λύση, αλλά στη δυνατότητα να εγκαταλείψουμε την έκτοτε χαραχθείσα και μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική με μια άλλη πρόταση που θα δίδει το ιδεατό αποτέλεσμα.
Και επειδή η ιστορία διδάσκει πως το ιδεατό είναι το εφικτό και πως ακόμα πλάνες που δημιουργήθηκαν στη βάση του ευκταίου το μόνο που απέφεραν ήταν εθνικές καταστροφές, θα προχωρήσω σε μια τεκμηριωμένη παράθεση γεγονότων που καταδεικνύουν πόσο εσφαλμένη αλλά και επικίνδυνη είναι η δημιουργία ανέφικτων προσδοκιών.
Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Ο σεβασμός μου είναι απόλυτος στις όποιες απόψεις ο κάθε πολιτικός ή πολίτης μπορεί να υιοθετεί. Και όσοι με γνωρίζουν ξέρουν ότι  ο σεβασμός μου είναι μεγαλύτερος -έστω και αν διαφωνώ- όταν οι απόψεις ή προτάσεις τεκμηριώνονται.
Αρνούμαι όμως  να δεχτώ πως είναι δυνατόν  να απαλλαγούμε από την κατοχή, να επανενώσουμε  την πατρίδα μας και εν γένει να διασφαλίσουμε το μέλλον του λαού αυτής της χώρας με ωραιοφανή συνθήματα, τα οποία αντί με συγκεκριμένα επιχειρήματα να εισηγούνται τρόπους που θα επιτύχουμε  τους πιο πάνω στόχους,  περιορίζονται σε μία  πρόταση που συνοψίζεται στην:
«Aλλαγή στρατηγικής- επανατοποθέτηση του κυπριακού στη σωστή του βάση».
Αρνούμαι ακόμα να θεωρήσω και να εξετάσω τις προτάσεις αορίστου περιεχόμενου που στηρίζονται κατά κύριο λόγο στην αβασάνιστη απόρριψη και εν γένει σε μία κινδυνολόγο ρητορική. 
Αρνούμαι να δεχτώ, όπως λέγεται, πως η βάση λύσης οδηγεί σε ένα ρατσιστικό καθεστώς, πως οδηγεί στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, πως νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της κατοχής, πως τάχα υποβαθμίζεται η Κυπριακή Δημοκρατία και αναβαθμίζεται ένα παράνομο καθεστώς  - που δεν αναγνωρίζεται παρά μόνο από την Τουρκία - πως δήθεν είναι μία συνομοσπονδιακή λύση που δεν θα συνάδει με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, τις αρχές και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν θα προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Και αρνούμαι να  αποδεχτώ  ανάλογους ισχυρισμούς που δεν αποτελούν παρά ύβρη εναντίον του συνόλου των προκατόχων μου, των κομμάτων που τους στήριξαν  και  γενικότερα του λαού που τους εξέλεξε, που τους έδωσε την εντολή.
Και επειδή έχω δηλώσει ότι οι όποιες αναφορές μου θα είναι τεκμηριωμένες, παραθέτω ευθύς αμέσως τα ιστορικά γεγονότα που άμεσα σχετίζονται με τη βάση λύσης του Κυπριακού.
Είναι καλά γνωστό πως ύστερα από τα τραγικά γεγονότα του 1974, οι Κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας, συνεκτιμώντας τις επικρατούσες συνθήκες και δυνατότητες, αποφάσισαν πως η μόνη εφικτή επιλογή για λύση του κυπριακού προβλήματος ήταν, πέρα από την προσφυγή στον ΟΗΕ και άλλα διεθνή φόρα, ο ειρηνικός διάλογος μεταξύ των εμπλεκομένων.
Ύστερα από μια σειρά αποτυχημένων προσπαθειών των διαπραγματευτών των δυο κοινοτήτων ως αποτέλεσμα πάντα της τουρκικής αδιαλλαξίας και αφού μεσολάβησε στις 13 Φεβρουαρίου 1975 η παράνομη ανακήρυξη «Του Τουρκικού Ομόσπονδου Κράτους της Κύπρου», ο Πρόεδρος Μακάριος, με την ομόφωνη γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου, προχώρησε στις 12 Φεβρουαρίου 1977 στην πρώτη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου.
Η συμφωνία Μακαρίου – Ντενκτάς που επιτεύχθηκε στην παρουσία του τότε Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, έθετε για πρώτη φορά σαν βάση λύσης του Κυπριακού τη διπεριφερειακή – δικοινοτική ομοσπονδία όπως τότε απεκλήθη.
Στις κατευθυντήριες γραμμές προς τους διαπραγματευτές των δύο κοινοτήτων, καθορίζοντο και οι βασικές παράμετροι της επιδιωκόμενης λύσης και πιο συγκεκριμένα, όπως ανέφερε η Συμφωνία:
1. Επιζητούμε μια ανεξάρτητη, αδέσμευτη δικοινοτική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
2. Το έδαφος υπό τη διοίκηση της κάθε κοινότητας πρέπει να συζητηθεί υπό το φως της οικονομικής βιωσιμότητας ή παραγωγικότητας και της ιδιοκτησίας γης.
3. Θέματα αρχών, όπως η ελευθερία διακίνησης, ελευθερία εγκατάστασης, το δικαίωμα περιουσίας και άλλα εξειδικευμένα ζητήματα, είναι ανοικτά για συζήτηση, λαμβάνοντας υπόψη τη θεμελιώδη βάση ενός δικοινοτικού ομόσπονδου συστήματος και ορισμένες πρακτικές δυσκολίες, οι οποίες μπορεί να προκύψουν για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
4. Οι εξουσίες και αρμοδιότητες της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα είναι τέτοιες, ώστε να διασφαλίζουν την ενότητα της χώρας λαμβανομένου υπόψη και του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους.
Και θα ήθελα να υπενθυμίσω πως στη Συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου στις 9 Μαρτίου 1977, της οποίας προήδρευσε ο ίδιος ο αείμνηστος Πρόεδρος Μακάριος, είχε αναφέρει, μεταξύ άλλων:
«…Προκύπτουν, συνεπώς, διάφορα ερωτήματα, επί των οποίων επιθυμώ τη συμβολήν σας και παρακαλώ ιδιαιτέρως να ενδιατρίψητε εις τα ακόλουθα:
α. Είναι, πλέον, εφικτή ή επιθυμητή πολυπεριφερειακή λύσις ή προτιμάται, υπό τας περιστάσεις, «διζωνική» λύσις;
β. Εάν η απάντησις εις «διζωνικήν» λύσιν είναι καταφατική, που τοποθετείται η υπό τουρκοκυπριακή διοίκησιν περιοχή και υποβάλλεται εκ μέρους μας χάρτης, υποδεικνύων την τοιαύτην περιοχή; Η ιδική μας απάντησις είναι ότι υπό τας περιστάσεις προτιμώ τη «διζωνικήν» λύσιν και εισηγούμαι να υποβληθεί χάρτης εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς».
Δεν νομίζω ότι χρειάζονται σχόλια και ερμηνείες σε όσα κατά καιρούς ακούγονται ότι άλλα εννοούσε με τη διπεριφερειακή και τη διζωνική και ότι η διζωνική είναι κάτι το νεοφανές που εισήχθη εν συνεχεία. Να υπενθυμίσω ότι υπεβλήθησαν όντως χάρτες από τον αείμνηστο Τάσσο Παπαδόπουλο. 
Την πιο πάνω Συμφωνία ακολούθησε στις 19 Μαΐου 1979 η δεύτερη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου, και πάλι στην παρουσία του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών κ. Βαλτχαϊμ, εκ 10 σημείων μεταξύ του αειμνήστου Προέδρου Σπύρου Κυπριανού και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς.
Στην παράγραφο 2 της εν λόγω συμφωνίας ρητά αναφέρεται πως «Η Βάση των συνομιλιών θα είναι οι κατευθυντήριες γραμμές Μακαρίου-Ντενκτάς της 12ης Φεβρουαρίου 1977 και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών που είναι σχετικά με το Κυπριακό Πρόβλημα».
Καθ’ όλη τη διάρκεια της 11ετούς θητείας του Προέδρου Κυπριανού και παρά την ανακήρυξη της ούτως καλούμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» στις 15 Νοεμβρίου του 1983, όχι μόνο δεν άλλαξε η βάση λύσης, αλλά και όλες οι διεθνείς πρωτοβουλίες και προτάσεις προς ανάλογον λύσιν απέβλεπαν.
Τον Πρόεδρο Κυπριανού διαδέχθηκε στην προεδρία ο κ. Γιώργος Βασιλείου, ο οποίος μη παρεκκλίνοντας από τις πολιτικές των προκατόχων του συνέχισε τις διαπραγματεύσεις για εξεύρεση λύσης πάντα στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Στο σημείο αυτό οφείλω να αναφέρω πως τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 – 1979 επιβεβαίωσε και το υπ’ αριθμό 649 ομόφωνο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, στις 12 Μαρτίου 1990.
Πιο συγκεκριμένα, το υπό αναφορά ψήφισμα διελάμβανε τα ακόλουθα:
«Καλεί τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων να συνεχίσουν τις προσπάθειες τους για να επιτύχουν ελεύθερα μια αμοιβαία αποδεκτή λύση που να προνοεί για την εγκαθίδρυση ομοσπονδίας, η οποία θα είναι δικοινοτική όσον αφορά τις συνταγματικές πτυχές και διζωνική όσον αφορά τις εδαφικές πτυχές, σύμφωνα με το παρόν ψήφισμα και τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και 1979 και να συνεργασθούν, πάνω σε ισότιμη βάση, με το Γενικό Γραμματέα για την συμπλήρωση ……. ενός περιγράμματος μιας συνολικής συμφωνίας……».
Επαναβεβαίωση και παραπομπή στις συμφωνίες υψηλού επιπέδου 1977 και 1979 έχουμε και στο ψήφισμα υπ’ αριθμό 716 της 11ης Οκτωβρίου του 1991, η σχετική περικοπή του οποίου έχει ως ακολούθως: 
«Επαναβεβαιώνει τη θέση του στο Κυπριακό, όπως εκφράστηκε πρόσφατα με το ψήφισμα 649 (1990) και σύμφωνα με τις Συμφωνίες Κορυφής του 1977 και 1979 μεταξύ των μερών στην Κύπρο…..».
Η ίδια επιβεβαίωση επαναλαμβάνεται και στο ψήφισμα 750 του Συμβουλίου Ασφαλείας της 10ης Απριλίου 1992 αλλά και εις όλα τα επόμενα των ψηφισμάτων που ακολούθησαν.
Στις ίδιες παραμέτρους λύσης στηρίχτηκαν και οι πολυετείς προσπάθειες του αειμνήστου Προέδρου Γλαύκου Κληρίδη με αποκορύφωμα το Σχέδιο Ανάν 1 και 2.
Ένα σχέδιο που, ανεξάρτητα των επί μέρους προνοιών της τελικής μετεξέλιξης του, είχε σαν βάση λύσης τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.
Τον Γλαύκο Κληρίδη διαδέχθηκε στην προεδρία το Φεβρουάριο του 2003 ο αείμνηστος Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος.
Και επειδή επιχειρείται μια διαστρέβλωση των θέσεων του Προέδρου Παπαδόπουλου ως προς τη βάση λύσης του Κυπριακού, και τούτο γιατί απέρριψε το Σχέδιο ΑΝΑΝ 5, θα μου επιτρέψετε να σας παραθέσω  ποιες ήταν οι θέσεις του ως προς τις παραμέτρους της επιδιωκόμενης λύσης.
Στις 7 Ιουνίου 2004 και μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, σε μια επτασέλιδη επιστολή του προς τον τότε Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, με αφορμή μια άκρως αρνητική έκθεση του τελευταίου για τη στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς στο δημοψήφισμα του 2004, ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην σελίδα 2, παράγραφος 7, τα ακόλουθα επί λέξη: 
«Μία άλλη εσφαλμένη θεώρηση είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι απομακρύνονται από την επίτευξη λύσης στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής Ομοσπονδίας.
Θα με ενδιέφερε ιδιαιτέρως να εξετάσετε τα όποια αξιόπιστα στοιχεία, που υποβλήθηκαν καλή τη πίστει, στα οποία υπάρχει έστω και μία αναφορά στις γραπτές μας προτάσεις που υποβλήθηκαν στη Λευκωσία και στο Μπούργκενστοκ που μπορούν να στηρίξουν αυτήν τη θεώρηση. Το ίδιο μπορεί επίσης να λεχθεί και για τις προφορικές μας προτάσεις.
Εν πάση περιπτώσει, δράττομαι της ευκαιρίας για να επαναλάβω εμφαντικά, για ακόμη μια φορά, τη δέσμευση της Ελληνοκυπριακής πλευράς, ως επίσης και την προσωπική ισχυρή μου δέσμευση, για την επίτευξη λύσης στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής Ομοσπονδίας».
Εξάλλου, στις 25 Νοεμβρίου 2005, μιλώντας στο 20ο Συνέδριο του ΑΚΕΛ ανέφερε μεταξύ άλλων:  
«… η λύση του Κυπριακού πρέπει να αναζητηθεί και να εξευρεθεί στα πλαίσια της διζωνικής, δικοινοτικής Ομοσπονδίας, που κάτω από τα δεδομένα, είναι η μόνη μορφή λύσης που μπορεί  να φέρει την επανένωση της μοιρασμένης πατρίδας μας και του λαού της.  Κατά τη γνώμη μου, αυτή τη μορφή λύσης είναι που αποδέχεται η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, Ε/Κ και Τ/Κ».
Για να προσθέσει εν συνεχεία πως: 
«Η ελληνοκυπριακή κοινότητα, όταν απέρριψε το Σχέδιο ΑΝΑΝ, δεν απέρριψε τη λύση του Κυπριακού. Δεν απέρριψε τη διζωνική, δικοινοτική Ομοσπονδία.  Απέρριψε εκείνο το συγκεκριμένο σχέδιο λύσης επειδή το έκρινε ως άδικο…..».
Θεωρώ πως επισφράγιση της σταθερής του θέσης για τη μορφή της επιδιωκόμενης λύσης αποτελεί η Κοινή Δήλωση του με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ στις 8 Ιουλίου 2006, στην οποία ρητά αναφέρεται πως: 
«Οι δύο ηγέτες δεσμεύονται για την επανένωση της Κύπρου με βάση μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία και πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας».
Το Φεβρουάριο του 2008 έχουμε εναλλαγή στην εξουσία με την εκλογή του κ. Δημήτρη Χριστόφια στην Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι διαχρονικές θέσεις και απόψεις του κ. Χριστόφια ως προς τη μορφή λύσης του κυπριακού αντανακλώνται στα κοινά ανακοινωθέντα της 23ης Μαϊου και 1ης Ιουλίου του 2008 που εκδόθηκαν ύστερα από τις συνομιλίες που επανεκκίνησαν με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ.
Αντικατοπτρίζονται ακόμη σε μια σειρά συγκλήσεων που κατέληξαν με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη και που σαν βάση είχαν τη διζωνική – δικοινοτική ομοσπονδία.
Η ονομαστική αναφορά στις θέσεις των έξι προκατόχων μου δεν γίνεται ως επίκληση για να δικαιολογήσω την ακολουθουμένη και σήμερα ιδίαν πολιτική.
Γίνεται για να επισημάνω πως και οι έξι προκάτοχοί μου εξελέγησαν με τη στήριξη των εν τη Βουλή και εκτός Βουλής κομμάτων και με λαϊκή εντολή να επιδιώξουν λύση του Κυπριακού στη βάση που χαράχθηκε από τον αείμνηστο Πρόεδρο Μακάριο το Φεβρουάριο  του 1977.
Ουδείς των υποψηφίων Προέδρων είχε άλλη από τη θέση ότι βάση λύσης έπρεπε να ήταν η διζωνική. Έτυχαν της στήριξης του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων αλλά και της λαϊκής εντολής να διαπραγματευτούν για την εξεύρεση λύσης με βάση τα όσα έχω προαναφέρει.
Εξάλλου, το ίδιο μαρτυρούν και οι κατά καιρούς ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου, είτε αυτές αναφέρονται στο 1989 είτε της τελευταίας της 18ης Σεπτεμβρίου του 2009, για να μην κάμω αναφορά στο ομόφωνο ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων της 20ης Σεπτεμβρίου το 1979 το οποίο αναφερόταν ρητώς σε: 
«Λύση με βάση τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, τις κατευθυντήριες γραμμές Μακαρίου – Ντενκτάς της 12ης Φεβρουαρίου 1977 και την από δέκα σημεία συμφωνία Κυπριανού-Ντενκτάς της 19ης Μαΐου 1979 …»
Με όσα έχω προαναφέρει σαφέστατα γίνεται αντιληπτό ότι το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας έχει κάνει αποδεκτό πως ο μόνος τρόπος απαλλαγής από την απαράδεκτη κρατούσα κατάσταση είναι η μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μια Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία.

Αυτό βεβαίως που μεγίστη σημασία έχει είναι η επίτευξη τέτοιων προνοιών που να αποτρέπουν κινδύνους, αλλά και να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.

2η Ενότητα: Τρέχουσα διαδικασία - παρούσα φάση συνομιλιών

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Με την εκλογή μου στην προεδρία και με πλήρη σεβασμό στις θέσεις των προκατόχων μου, των ομοφώνων αποφάσεων του Εθνικού Συμβουλίου και των διακηρυγμένων θέσεων μου κατά την προεκλογική περίοδο, ξεκίνησα τις προετοιμασίες για μία νέα προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού.

Προχώρησα στον διορισμό του κ. Αντρέα Μαυρογιάννη ως συνομιλητή εκ μέρους της ελληνοκυπριακής κοινότητας μετά από ομόφωνη γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου και ταυτόχρονα κάλεσα τις πολιτικές δυνάμεις να μου υποδείξουν κατάλογο εγκρίτων νομικών που θα αποτελούσαν την διαπραγματευτική ομάδα, όπως επίσης και προσωπικότητες με εξειδικευμένες γνώσεις για να στελεχώσουν ομάδες εργασίας με βάση τις θεματικές ενότητες που άπτονται των πτυχών λύσης του Κυπριακού.

Στην έκκληση μου ανταποκρίθηκε, θα πρέπει να πω η πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών κομμάτων και θέλω με την ευκαιρία να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες για τη συμβολή τους.

Δημιουργήσαμε εφτά θεματικές επιτροπές στις οποίες συμμετέχουν 60 εμπειρογνώμονες, οι οποίοι, θα πρέπει να ομολογήσω, συνέβαλαν στην κατά κεφάλαιο διαμόρφωση και καταγραφή των θέσεων της ελληνοκυπριακής κοινότητας.

Οι επιτροπές αυτές συστάθηκαν τον Οκτώβριο του 2013 και έργο τους είχαν τη στήριξη της κυρίως διαπραγματευτικής ομάδας, η οποία αποτελείται από 12 προσωπικότητες.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Παρακολουθώντας και γνωρίζοντας τις κατά καιρούς εκφρασθείσες θέσεις του τότε τουρκοκυπρίου ηγέτη κ. Ντερβίς Έρογλου - οι οποίες και σαφέστατα παρέπεμπαν σε συνομοσπονδιακό καθεστώς με πλήρη παραγνώριση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων -, έκρινα πως υψίστη προτεραιότητα θα έπρεπε να ήταν προ της εμπλοκής σε οποιαδήποτε νέα φάση διαπραγματεύσεων, η σαφής διατύπωση του διαχρονικού πλαισίου λύσης, αλλά και η ενίσχυσή του με ρητή αναφορά στις αρχές και αξίες πάνω στις οποίες εδράζεται η λύση, δηλαδή στις αρχές και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διασφαλίζοντας ότι θα γίνονται σεβαστές σε ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ύστερα από επίπονες και μακρές διαβουλεύσεις που άρχισαν τον Σεπτέμβρη του 2013 καταλήξαμε τον Φεβρουάριο του 2014 στο κοινό ανακοινωθέν της 11ης του ιδίου μήνα.

Επειδή πολλά ελέχθησαν, αλλά και περισσότερα απαντώνται για τις εκφραζόμενες ανησυχίες, θεωρώ απολύτως αναγκαίο όπως αρχίσω την ενημέρωση με αναφορές στις πρόνοιες του ανακοινωθέντος οι οποίες αποτελούν και αναπόσπαστο μέρος της μέχρι σήμερα πορείας του εν εξελίξει διαλόγου.

Α. Οι αναφορές για τη βάση της λύσης, είναι ρητές, σαφείς και απολύτως σύμφωνες με τις αποφάσεις που συλλογικά έχουμε λάβει όπως προηγουμένως έχω αναφέρει.
Πιο συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3 αναφέρεται:

«Η διευθέτηση θα βασίζεται σε δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου».

Β. Διασφαλίζονται οι τρεις βασικές αρχές που πρέπει να διακρίνουν ένα κράτος, δηλαδή μια Διεθνής Προσωπικότητα, μια Κυριαρχία μια και μόνη Ιθαγένεια:

Μία και μόνη διεθνής προσωπικότητα.

Η μία και μόνη διεθνής νομική προσωπικότητα είναι τόσο σαφώς διατυπωμένη που δεν επιδέχεται ούτε και επιτρέπει την όποια άλλη ερμηνεία. Η ακριβής διατύπωση στην παράγραφο 3 του κοινού ανακοινωθέντος αναφέρει επί λέξη:

«Η ενωμένη Κύπρος ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής ένωσης, θα έχει μία και μόνη διεθνή προσωπικότητα».

Μία και μόνη κυριαρχία.

Η μια και μόνη κυριαρχία διασφαλίζεται στην παράγραφο 3 του κοινού ανακοινωθέντος, η οποία καθορίζεται ως:

«Η κυριαρχία που απολαμβάνουν όλα τα κράτη μέλη των ΗΕ δυνάμει του καταστατικού χάρτη των ΗΕ και η οποία εκπηγάζει εξίσου από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους».

Προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η αναφορά πως η κυριαρχία εκπηγάζει εξίσου από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους αναγνωρίζει τάχα κυριαρχία στη Τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία.

Να μου επιτρέψετε να σημειώσω πως ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν ευσταθεί και τούτο γιατί η κυριαρχία όπως ρητά αναφέρεται, εκπηγάζει από τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους που αποτελούν τα συστατικά στοιχεία του συνόλου του κυπριακού λαού.

Ο κυπριακός λαός αποτελείται, κατά το Σύνταγμα, από τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους. Βεβαίως εις τους Ελληνοκύπριους ύστερα από το Δημοψήφισμα που ακολούθησε τότε, συμπεριλαμβάνονται και οι Μαρωνίτες, οι Λατίνοι και οι Αρμένιοι. Συνεπώς, δεν εκχωρείται εις τα άτομα κυριαρχία, στους πολίτες δεν εκχωρείται κυριαρχία, αλλά θα προχωρήσω.

Θα ήθελα να αναφέρω πως το ότι η πιο πάνω αναφορά αποτελεί σημαντική βελτίωση προγενεστέρων προνοιών, αφού παραπέμπει στα συστατικά στοιχεία που αποτελούν τον κυπριακό λαό και όχι στις κοινότητες όπως αυτές αναγνωρίζονται στο σύνταγμα του 1960.

Ως εκ τούτου, και είναι λογικό, καμία κυριαρχία δεν παραχωρείται ξεχωριστά σε πολίτες που αποτελούν τον λαό μιας χώρας.

Μία και μόνη η ιθαγένεια του κράτους

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κοινού Ανακοινωθέντος στην Παράγραφο 3:

«Θα υπάρχει μία και μόνη ενιαία κυπριακή ιθαγένεια, που θα ρυθμίζεται από την Ομοσπονδιακή νομοθεσία. Όλοι οι πολίτες της ενωμένης Κύπρου, της ομόσπονδης δηλαδή Κύπρου, θα είναι επίσης πολίτες, είτε της ελληνοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας είτε της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας».

Για να συνεχίσει, και το υπογραμμίζω: «αυτή η ιδιότητα, η ιδιότητα δηλαδή της εσωτερικής ιθαγένειας ή της ιδιότητας του πολίτη της μιας ή της άλλης των συνιστωσών πολιτειών, θα είναι εσωτερική και θα συμπληρώνει, και δεν θα υποκαθιστά καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την ιθαγένεια της ενωμένης Κύπρου».

Συνεπώς, είναι σαφές πως ουδείς μπορεί να αποκτήσει «εσωτερική ιθαγένεια», δηλαδή την εσωτερική ιδιότητα του πολίτη, είτε της μίας είτε της άλλης συνιστώσας πολιτείας, εκτός αν δεν είναι πρώτιστα πολίτης της ενωμένης Κύπρου, σύμφωνα με τον Ομοσπονδιακό Νόμο.

Να σημειώσω πως ανάλογη πρόνοια υπάρχει και στο ισχύον σήμερα Σύνταγμα του 1960, σύμφωνα με το οποίο ουδείς μπορεί να γίνει μέλος είτε της Ελληνικής είτε της Τουρκικής κοινότητας, εκτός αν είναι πρώτα πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Δηλαδή οι συνιστώσες πολιτείες δεν έχουν το δικαίωμα να παραχωρήσουν εσωτερική ιθαγένεια, ιδιότητα του πολίτη, σε άτομο ή άτομα τα οποία δεν είναι πρώτα πολίτες του ομοσπονδιακού κράτους.

Επιπλέον, είναι πασιφανές πως η αναφορά σε «εσωτερική ιθαγένεια» γίνεται και για να προστατευθεί το δικαίωμα πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων, όπως έχει συμφωνηθεί, πολιτική ισότητα, αφού με βάση, όπως έχω προαναφέρει, τις πρόνοιες η λύση θα είναι διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία.

Είναι σημαντικό πως και τα τρία χαρακτηριστικά του κράτους, δηλαδή η μία και μόνη διεθνής προσωπικότητα, η μία και μόνη κυριαρχία και η μία και μόνη ιθαγένεια θα περιλαμβάνονται στο Ομοσπονδιακό Σύνταγμα, το οποίο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κοινού Ανακοινωθέντος είναι και ο υπέρτατος Νόμος:

«…θα αποτελεί τον υπέρτατο νόμο της χώρας και θα δεσμεύει όλες τις Αρχές της Ομοσπονδίας και των συνιστωσών πολιτειών».

Γ. Μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Θα έλθω εις ένα άλλο των κεφαλαίων που αναφέρονται στην κοινή δήλωση αλλά και θα πρέπει να υπερτονίζω κάθε τόσο ότι η κοινή δήλωση, τα όσα συμφωνήθηκαν, αποτελούν όχι απλά συμφωνίες, ή συγκλίσεις αν θέλετε, αλλά συμφωνίες και θα  ήθελα να παρατηρήσω πως έχουμε εμπλακεί τελευταία σε ένα διάλογο ως αποτέλεσμα θέσεων που ακούγονται πως τα όσα συζητούνται στις διαπραγματεύσεις θα οδηγήσουν σε διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας ή πως η Κύπρος μετά τη λύση θα είναι το αποτέλεσμα συνένωσης δύο συν-ιδρυτικών κρατών ή πως ακόμη το νέο κράτος θα είναι αποτέλεσμα παρθενογένεσης.

Θέλω να σημειώσω πως αν κατανοώ τους λόγους γιατί η Τουρκική ηγεσία προβάλλει ένα ανάλογο ισχυρισμό, αυτό που δεν αντιλαμβάνομαι είναι τα όσα προβάλλουν κάποιες των πολιτικών ηγεσιών. Και τούτο γιατί:

1.    Όπως ρητά αναφέρεται στο Κοινό Ανακοινωθέν, οι συνομιλίες διεξάγονται μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων και όχι μεταξύ ηγετών προϋπαρχόντων, ή ιδρυτικών ή συν-ιδρυτικών κρατών.
2.    Ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 4 του ανακοινωθέντος ότι:

«Το ομοσπονδιακό σύνταγμα θα ορίζει ότι η ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία θα αποτελείται από δύο συνιστώσες πολιτείες, ισοτίμου καθεστώτος». Δηλαδή, οι δύο συνιστώσες πολιτείες δημιουργούνται και έλκουν τη νομιμότητά τους μέσα από τις πρόνοιες του συντάγματος και όχι γιατί προϋπάρχουν.

3.    Στο κοινό ανακοινωθέν αναφέρεται επί λέξει πως «η ενωμένη Κύπρος ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης», θα έχει μία διεθνή προσωπικότητα κ.λπ.

Είναι σαφές, επομένως, πως η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει το υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, συνεχίζουσα να είναι μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό τη μετεξελιγμένη πλέον ομοσπονδιακή της δομή.

Να υπενθυμίσω επίσης πως η Συνθήκη Προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, προβλέπει πως η ένταξη καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αν συνεπώς η ομόσπονδη Κυπριακή Δημοκρατία που θα προκύψει από τη μετεξέλιξη δεν αποτελούσε διάδοχο του σημερινού κράτους, θα έπρεπε να υποβάλει νέα αίτηση ένταξης στα Ηνωμένη Έθνη, όπως βεβαίως και νέα αίτηση ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και είναι καλά γνωστό ότι κάτι ανάλογο δεν πρόκειται να συμβεί.

4.    Η συνθήκη εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 θα παραμείνει σε ισχύ. Και διερωτώμαι αν θα χρειάζοντο τα οποιαδήποτε άλλα σχόλια και μόνο το γεγονός ότι η ιδρυτική πράξη που συνέστησε την Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει σε ισχύ διερωτώμαι γιατί συζητούμε ότι τάχα θα υπάρξει παρθενογένεση. Αφού η δημιουργός πράξη είναι εκεί και θα ισχύει. 
5.    Εάν και εφόσον καταλήξουμε σε λύση, δεν θα υπάρξει το οποιονδήποτε κενό, αλλά συνέχιση του υφισταμένου κράτους υπό τη νέα συνταγματική δομή, από την πρώτη μέρα.
6.    Χρειάζεται άραγε να παραθέσω στα πιο πάνω επιχειρήματα πως οι διεθνείς συνθήκες που συνήψε η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσουν να ισχύουν δεσμεύοντας την ομοσπονδιακή Κύπρο;

Ή ότι δεν θα χρειαστεί να υποβάλουμε αίτηση ένταξης σε οργανισμούς όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, τον Οργανισμό Ασφάλειας και Συνεργασίας της Ευρώπης, την Κοινοπολιτεία και γενικότερα σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς που συμμετέχει σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία;

Μετά τα πιο πάνω, γίνεται ξεκάθαρο πως διασφαλίζεται, με νομικό τρόπο, η μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα η ρητή αναφορά του κοινού ανακοινωθέντος η οποία επί λέξει αναφέρει ότι, και θέλω να το σημειώσουμε τούτο γιατί ακούω πολλές φορές επιχειρήματα και πάλι που δεν ευσταθούν στην λογική, προβλέπει:

«Aπαγορεύεται η Ένωση εν όλω ή εν μέρει με οποιανδήποτε άλλη χώρα ή οποιαδήποτε μορφή διχοτόμησης ή απόσχιση ή οποιαδήποτε άλλη μονομερής αλλαγή στην κατάσταση πραγμάτων», αποκλείει και εξουδετερώνει τους κινδύνους περί τάχα κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας ή το επιχείρημα που ακούω ότι θα πάρουν την κυριαρχία τους και θα φύγουν και τι θα γίνει η Κυπριακή Δημοκρατία;

Η όποια απόπειρα παραβίασης της συνταγματικής τάξης θα ήτο εξόφθαλμα παράνομος. Ανάλογη απόπειρα το 1964 δεν οδήγησε στην κατάλυση της νεοσύστατης τότε Κυπριακής Δημοκρατίας.

Δ. Προστασία ή Σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ρητώς και με σαφήνεια στην πρώτη παράγραφο του κοινού ανακοινωθέντος ορίζεται πως η λύση που θα προκύψει θα σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες.

Πιο συγκεκριμένα, προνοείται:

«Η διευθέτηση χαρακτηρίζεται από σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες, …».

Ε. Διασφάλιση εφαρμογής των αρχών και αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι αρχές και οι αξίες επί των οποίων εδράζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διασφαλίζονται και θα γίνονται σεβαστές σε όλη την επικράτεια Δημοκρατίας.

Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 4 του Κοινού Ανακοινωθέντος αναφέρεται πως «Η διζωνική, δικοινοτική φύση της ομοσπονδίας και οι αρχές πάνω στις οποίες εδράζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διασφαλίζονται και θα γίνονται σεβαστές σε ολόκληρο το νησί».

ΣΤ. Αρμοδιότητες Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης/ συνιστωσών πολιτειών.

Όπως ρητά καθορίζεται στο Κοινό Ανακοινωθέν, αφού συμφωνηθούν οι αρμοδιότητες της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, οι εναπομένουσες αρμοδιότητες, δηλαδή το λεγόμενο κατάλοιπο εξουσίας, ανατίθενται από το ομοσπονδιακό σύνταγμα στις πολιτείες.

Συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 του Ανακοινωθέντος προνοείται ότι:

«Οι εξουσίες της ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, καθώς και θέματα συναφή με τις καθορισμένες αρμοδιότητές της, θα ανατεθούν από το Σύνταγμα. Το ομοσπονδιακό σύνταγμα θα προνοεί επίσης ότι το κατάλοιπο εξουσίας θα ασκείται από τις συνιστώσες πολιτείες».

Δηλαδή αφού πρώτα συμφωνηθούν ποιες είναι οι εξουσίες της Κεντρικής Κυβέρνησης εκείνες που δεν θα συμφωνηθούν ότι ανήκουν στην Κεντρική Κυβέρνηση, εκχωρούνται εκ του Συντάγματος στις συνιστώσες πολιτείες, όχι διότι είχαν ανάλογες αρμοδιότητες και εξουσίες ως προϋπάρχουσες, ως προϋπάρχοντα κρατίδια, αλλά το Σύνταγμα εκχωρεί τις αρμοδιότητες.

Ζ. Διαδικασία συνομιλιών
Με βάση το Κοινό Ανακοινωθέν, Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η διαδικασία που προνοείται διασφαλίζει πως οι συνομιλίες θα γίνονται «μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων οι οποίοι διατηρούν την απόλυτη εξουσία λήψης αποφάσεων».


Ταυτόχρονα, καταγράφεται πως:
«Mόνο μια συμφωνία στην οποία θα καταλήξουν ελεύθερα οι ηγέτες μπορεί να τεθεί σε ξεχωριστά δημοψηφίσματα. Οποιασδήποτε μορφής επιδιαιτησία αποκλείεται».
Επί πλέον προνοείται πως «οι διαπραγματεύσεις βασίζονται στην αρχή πως τίποτε δεν έχει συμφωνηθεί μέχρι να συμφωνηθούν όλα».
Άρα είναι ξεκάθαρο πως τακτικές που ακολουθήθηκαν στο παρελθόν αποκλείονται.
Κύριε Πρόεδρε,
Γίνεται σαφές ότι μέσα από το Κοινό Ανακοινωθέν διασφαλίζονται οι βασικές δομές, αλλά και οι συνταγματικές αρχές που θα διέπουν τη λειτουργία του υπό μετεξέλιξη κράτους.
Θεωρώ πως οι πρόνοιες του Κοινού Ανακοινωθέντος αποτελούν σημαντική πρόοδο στην προσπάθεια επίτευξης της επιδιωκόμενης λύσης, όπως αυτή καθορίζεται, επαναλαμβάνω και στις ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου.
Βεβαίως, οι πιο πάνω αρχές δεν αποτελούν και, θέλω να το τονίσω, τη συνολική λύση του Κυπριακού. Γι αυτό εξάλλου και ο εν εξελίξει διάλογος.
Δεν θα ήθελα να αναφερθώ στην άγονη περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ του Κοινού Ανακοινωθέντος και της ανάδειξης του κ. Ακιντζί στην ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Ούτε και στις προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας που οδήγησαν στην αναστολή της συμμετοχής μας στη διαπραγματευτική διαδικασία.
Ο τερματισμός των παράνομων τουρκικών ενεργειών και η ανάδειξη του κ. Ακιντζί στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, οδήγησαν τον Μάιο του 2015 στην επανέναρξη της νέας φάσης των συνομιλιών.
Συνομιλιών, που οφείλω να ομολογήσω, Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, διεξάγονται σε ένα σαφέστατα διαφορετικό περιβάλλον, παρά τις καταγραφόμενες διαφωνίες. Θέλω να είμαι ξεκάθαρος.
Ένα περιβάλλον που δημιουργήθηκε σαν αποτέλεσμα κοινών διαπιστώσεων ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο.
Πιο συγκεκριμένα:
Α. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης δήλωσε εξ αρχής πως αποδέχεται και υιοθετεί το Κοινό Ανακοινωθέν της 11ης Φεβρουαρίου του 2014 και πως κατά αντίθεση με προηγούμενες Τουρκοκυπριακές θέσεις, επιδίωξή του είναι η λύση του Κυπριακού στη βάση μιας γνήσιας ομοσπονδίας, στη βάση δηλαδή διζωνικού ομοσπονδιακού καθεστώτος.
Β. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κύπρος είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα συνεχίσει να είναι μέλος, έγινε αποδεκτή η ενεργός εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γ. Κοινή είναι η θέση μας πως το σχέδιο που θα παρουσιάσουμε ενώπιον των πολιτών θα πρέπει να είναι ολοκληρωμένο, χωρίς τα όποια κενά και ασάφειες για να μπορεί να εφαρμοστεί από την πρώτη μέρα της επικύρωσής του από δημοψηφίσματα.
Δ. Συμφωνήσαμε πως η οικονομική βιωσιμότητα της λύσης αποτελεί μία κρίσιμη παράμετρο που θα πρέπει να τη λάβουμε σοβαρά υπόψη.
Ε. Η υλοποίηση των προνοιών της συμφωνίας θα γίνει το ταχύτερο δυνατόν, με ελαχιστοποίηση των όποιων χρονοδιαγραμμάτων απαιτούνται.
Θέλω, εξ αρχής, να επισημάνω πως η ανάδειξη του κ. Ακιντζί στην ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας αλλά και τα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν, δεν μου δημιούργησαν την εικόνα και δεν ανέμενα ότι θα μας οδηγούσε σε μία κατάσταση που ο κ. Ακιντζί θα εκφράζει τις θέσεις που θα μας βρίσκουν σύμφωνους ή πως δεν θα επιδιώκει την ικανοποίηση των προσδοκιών της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Αυτό εξ’ άλλου πράττω και ο ίδιος για την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα και μετά από 21 συναντήσεις μεταξύ των ηγετών και 76 συναντήσεις των διαπραγματευτών, έχουμε καλύψει εκτενώς πτυχές των κεφαλαίων που αφορούν τη διακυβέρνηση και διαμερισμό των εξουσιών, το περιουσιακό, την οικονομία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ έγινε κατ’ αρχήν ανταλλαγή απόψεων στη βάση αρχών στα κεφάλαια των εδαφικών αναπροσαρμογών και θεμάτων ασφάλειας και εγγυήσεων.
Εν συνεχεία, και συνεπής με όσα εξ αρχής δήλωσα, κυρίες και κύριοι, θα προχωρήσω σε πλήρη ενημέρωση του σώματος για τη μέχρι σήμερα πρόοδο ή διαφωνίες που παρατηρούνται στα υπό διαπραγμάτευση κεφάλαια, λαμβάνοντας πάντα υπόψη την αρχή που διέπει τις διαπραγματεύσεις, βάση της οποίας τίποτε δεν θεωρείται συμφωνημένο, αν δεν συμφωνηθούν όλα.
Γι’ αυτό εξάλλου και στη συνέχεια δεν θα μιλήσω για συγκλίσεις, αλλά για συναντίληψη. Και το πράττω τούτο ενσυνείδητα αλλά και για έναν άλλο λόγο:
Γιατί δεν θα ήθελα να επιτρέψω σε οποιονδήποτε με την ανακοίνωση συγκλίσεων να επικαλείται πως τα μέρη κατέληξαν σε ενδιάμεση συμφωνία. Έρχομαι τώρα λεπτομερέστατα εις το τι έχει αποδώσει μέχρι σήμερα ο διάλογος.
Πρώτο Κεφάλαιο: Διακυβέρνηση και διαμοιρασμός εξουσιών
Α. Εκτελεστική εξουσία
Υπάρχει συναντίληψη πως η νέα δομή του κράτους θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της ομοσπονδιακής δημοκρατίας και τις τοπικές κυβερνήσεις των δύο συνιστωσών πολιτειών.
Να σημειώσω ότι, όπως και στο Κοινό Ανακοινωθέν αναφέρεται, αφού συμφωνηθούν οι εξουσίες της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, οι εναπομένουσες αρμοδιότητες θα ασκούνται από τις συνιστώσες πολιτείες.
Όσον αφορά τώρα τη δομή της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης θα πρέπει να πω ότι υπάρχουν διαφορές, που αναφέρονται στην επιμονή της Τουρκοκυπριακής πλευράς για εκ περιτροπής προεδρία - κάτι που η δική μας πλευρά δεν αποδέχεται - και, κατ’ επέκταση, διαφορές ως προς τη σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Ένα άλλο κεφάλαιο που αφορά την εκτελεστική εξουσία είναι και οι αρμοδιότητες της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης.
Έχει καταρτιστεί ένας κατάλογος με 27 κατηγορίες ομοσπονδιακών εξουσιών, πλείστες των οποίων αποτελούν διαχρονική θέση της Ελληνοκυπριακής πλευράς.
Εξουσίες, οι οποίες πηγάζουν αλλά και διασφαλίζουν τα τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός κράτους δηλαδή: Τη μία και μόνη διεθνή προσωπικότητα, τη μία και μόνη κυριαρχία και τη μία και μόνη ιθαγένεια.
Εξασφαλίζουν, επίσης, τη λειτουργικότητα αλλά και τη συνάφεια με την ιδιότητά μας ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θέλω να αναφέρω ότι από τις 27, για τις 19 από τις αρμοδιότητες υπάρχει συναντίληψη, για 5 οι διαφορές είναι ήσσονος σημασίας, ενώ για άλλες 3 διαπιστώνεται διαφωνία, διότι συνδέονται με άλλα υπό συζήτηση κεφάλαια.
Β. Νομοθετική εξουσία
Έχουν επιβεβαιωθεί διαχρονικές συγκλίσεις πως η νομοθετική εξουσία της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης θα ασκείται από δύο σώματα: Την Άνω Βουλή ή Γερουσία και την Βουλή των Αντιπροσώπων.
Η Άνω Βουλή θα αριθμεί 40 μέλη εκ των οποίων τα 20 θα προέρχονται από τη μία κοινότητα και τα άλλα 20 από την άλλη. Να σημειώσω ότι η εκλογή θα γίνεται πάνω σε κοινοτική βάση για διασφάλιση της ισότητας των δύο κοινοτήτων.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων, πάντοτε μιλούμε για την Ομοσπονδιακή Βουλή των Αντιπροσώπων, θα αποτελείται από 48 μέλη, εκ των οποίων το 75% θα προέρχεται από την Ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Δηλαδή, η αναλογία θα είναι 36 μέλη από την Ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία και 12 μέλη από την Τουρκοκυπριακή.
Οι συνομιλίες ευρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο και σε ότι αφορά τον τρόπο λήψεως αποφάσεων και τους μηχανισμούς επίλυσης αδιεξόδων, και θα πρέπει να ομολογήσω ότι η διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών έχει ελαχιστοποιηθεί.


Γ. Δικαστική εξουσία
Υπάρχει συναντίληψη πως η δικαστική εξουσία θα ασκείται σε ομοσπονδιακό επίπεδο από δύο βαθμίδες δικαστηρίων:
Το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο που θα είναι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας.
Ταυτόχρονα, και για όσο χρόνο απαιτηθεί, θα λειτουργεί ως εφετείο και Δικαστήριο Περιουσιών.
Στη σύνθεση των Δικαστηρίων οι δύο κοινότητες θα συμμετέχουν με ίσο αριθμό Δικαστών.
Ο τρόπος λήψεως αποφάσεων του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, θα αποκλείει αδιέξοδα σε περιπτώσεις συνταγματικών διαφορών.
Δηλαδή, για συνταγματικής φύσεως θέματα που αφορούν διαφορές μεταξύ Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και συνιστωσών πολιτειών ή μεταξύ συνιστωσών πολιτειών, υπάρχει συναντίληψη για συμμετοχή ξένου Δικαστή ο οποίος δεν θα προέρχεται από την Ελλάδα, την Τουρκία ή την Αγγλία.
Εδώ θέλω να σημειώσω το εξής. Η επιλογή του ξένου Δικαστή δεν θα είναι επί μονίμου βάσεως, αλλά σε κάθε διαφορά θα επιλέγεται δια κληρώσεως, από κατάλογο Δικαστών που θα υποβάλλεται από θεσμικό όργανο διορισμού Δικαστών είτε αυτό είναι σύμφωνα με το Άρθρο 255 της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε αυτό θα είναι το Διεθνές Διοικητικό Δικαστήριο κ.ο.κ. Δηλαδή, σώματα που επιλέγουν Δικαστές είτε για το ΕΔΑΔ είτε για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό που εναπομένει προς συναντίληψη είναι ο καθορισμός του συγκεκριμένου θεσμικού οργάνου δηλαδή ποιο θεσμικό όργανο θα επιλέγει ένα κατάλογο δικαστών εκ των οποίων θα γίνεται κλήρωση.
Να σημειώσω ότι η πιο πάνω πρόνοια βελτιώνει ακόμα και τις διατάξεις του συντάγματος του 1960, που προέβλεπαν την μόνιμη παρουσία ξένου δικαστή.

Δ. Βασικές ελευθερίες

Υπάρχει συναντίληψη στη βάση και του Κοινού Ανακοινωθέντος για τη διασφάλιση των βασικών ελευθεριών όπως αυτές καθορίζονται από το Ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Δηλαδή ελευθερία διακίνησης προσώπων, εγκατάστασης, απόκτησης περιουσίας και ενάσκησης επαγγέλματος, με σεβασμό στη διασφάλιση του διζωνικού και δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους.

Προς άρση παρερμηνειών, θα ήθελα να διευκρινίσω πως με τον όρο διασφάλιση του δικοινοτικού και διζωνικού χαρακτήρα εννοούμε, αποκλειστικά και μόνο, τον τρόπο ενάσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων όσων δεν κατέχουν την εσωτερική ιδιότητα του πολίτη της συνιστώσας πολιτείας όπου διαμένουν. Δηλαδή ενώ ο οποιοσδήποτε των πολιτών δικαιούται να κατοικεί είτε στην ελληνοκυπριακή είτε στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία θα ρυθμίζονται τα εκλογικά του δικαιώματα, όπως σήμερα συμβαίνει με τους λεγόμενους ετεροδημότες.

Ε. Ιθαγένεια- Έποικοι-Δημογραφική σύνθεση

Το θέμα των εποίκων έχει συζητηθεί και υπάρχει συναντίληψη πως η δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού κατά την πρώτη ημέρα ισχύος της συμφωνίας θα αντικατοπτρίζει, με ελάχιστες αποκλίσεις, τη δημογραφική σύνθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά το 1960.

Το πιο σημαντικό, είναι η συναντίληψη που υπάρχει ότι η αναλογία στη σύνθεση του πληθυσμού κατά την πρώτη μέρα, που είναι μία αναλογία τέσσερα προς ένα δηλαδή 79% με 21% - υπολογίζονται με βάση τις πληθυσμιακές αναλογίες-, θα διασφαλίζεται και στο μέλλον σε σχέση με την απόκτηση της ιθαγένειας της ομοσπονδιακής δημοκρατίας από υπηκόους της Τουρκίας και της Ελλάδας. Δηλαδή για να γίνει ένας Τούρκος υπήκοος Κύπριος πολίτης, να αποκτήσει την Κυπριακή ιθαγένεια, θα πρέπει προγενέστερα να έχουν γίνουν άλλοι τέσσερις Έλληνες υπήκοοι.

Όπως γίνεται αντιληπτό, με την πιο πάνω συναντίληψη τερματίζεται οριστικά ο κίνδυνος συνέχισης του εποικισμού αλλά και ο κίνδυνος που ως εκ τούτου διατρέχει η ελληνοκυπριακή κοινότητα, να μην αναφέρω ακόμη, αν θέλετε, και την τουρκοκυπριακή, από αλλοίωση της δημογραφικής σύνθεσης της χώρας.

Δεύτερο Κεφάλαιο: Περιουσιακό

Όπως όλοι κατανοούμε, η ρύθμιση του περιουσιακού προβλήματος αποτελεί μία από τις σοβαρότερες πτυχές του Κυπριακού προβλήματος.

Κατά τις εκτεταμένες διαβουλεύσεις διαπιστώθηκε συναντίληψη στα ακόλουθα:

Α. Αναγνώριση του ατομικού δικαιώματος στην ιδιοκτησία όπως διαλαμβάνεται στην ανακοίνωση τύπου των δύο ηγετών της 27ης Ιουλίου του 2015.

Β. Δίδεται το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη να προσφύγει, κατά προτεραιότητα, τον πρώτο χρόνο στην Επιτροπή Περιουσιών.

Αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν σημαίνει ότι αν δεν προσφύγει κατά τον πρώτο χρόνο θα απολέσει με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα να πράξει κάτι ανάλογο στη συνέχεια. Όπως και δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του, εάν μετά τον πρώτο χρόνο στην Επιτροπή Περιουσιών προσφύγει ο χρήστης.

Γ. Στον ιδιοκτήτη προσφέρονται οι ακόλουθες πέντε θεραπείες:

i. Επανεγκατάσταση,
ii. Μερική αποκατάσταση,
iii. Εναλλακτική αποκατάσταση,
iv. Ανταλλαγή περιουσίας,
v. Αποζημίωση.
Να σημειωθεί ότι στην ενάσκηση του δικαιώματός του ο ιδιοκτήτης μπορεί να αξιώσει μία ή συνδυασμό των προσφερομένων θεραπειών.

Δ. Υπάρχει ακόμα συναντίληψη για σύσταση Επιτροπής Περιουσιών η οποία, προς ταχεία διεκπεραίωση των προσφυγών, θα υποδιαιρείται σε 10 σώματα (chambers).

Συναντίληψη υπάρχει και ως προς τη σύνθεση των σωμάτων, στα οποία θα εκπροσωπούνται εξίσου οι δύο κοινότητες, όπως και η συμμετοχή ξένων εμπειρογνωμόνων σε αριθμό σωμάτων (chambers) που θα εκδικάζουν σύνθετες υποθέσεις.

Ε. Συναντίληψη υπάρχει πως θα εγκαθιδρυθεί:

i. Δικαστήριο περιουσιών που θα εκδικάζει κατ’ έφεση τις αποφάσεις της Επιτροπής Περιουσιών, αλλά και το εξίσου σημαντικό, το οποίο είναι μέσα στο πλαίσιο της υιοθέτησης του κεκτημένου, ότι

ii, Κατοχυρώνεται το δικαίωμα του αιτητή μετά την εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων να προσφύγει στο ΕΔΑΔ, δηλαδή δεν αποκλείεται η οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, δεν αποκλείονται οι οποιεσδήποτε μορφές θεραπειών.

ΣΤ. Προς διευκόλυνση και ταχεία διεκπεραίωση του έργου της Επιτροπής οι περιουσίες έχουν χωριστεί, ανάλογα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τη χρήση, σε 22 κατηγορίες.

Για τον ίδιο σκοπό, αυτήν την περίοδο ευρίσκεται σε εξέλιξη ένας εντατικός, θα πρέπει να ομολογήσω, διάλογος για τους όρους εντολής της Επιτροπής Περιουσιών, τα κριτήρια δηλαδή με βάση τα οποία θα λαμβάνει τις αποφάσεις.

Θα πρέπει να σημειώσω πως παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, παραμένουν σημαντικές διαφορές ως προς τους όρους εντολής και τα κριτήρια.

Θέλω επί πλέον να τονίσω πως, ενόψει της σύνδεσης του περιουσιακού με το εδαφικό, δεν είναι εφικτό να υπάρξει κατάληξη εάν δεν προηγηθεί ουσιαστική συζήτηση και οριστική ρύθμιση των εδαφικών αναπροσαρμογών.

3ο Κεφάλαιο: Οικονομία

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Ένα άλλο των κεφαλαίων που έχει συζητηθεί είναι αυτό που άπτεται της οικονομίας, όπου κοινή είναι η εκτίμηση του σημαντικού ρόλου που θα διαδραματίσει για μια βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος.

Και τούτο, καθώς υπάρχει συναντίληψη πως για μια ενοποιημένη και εύρωστη οικονομία, απαιτείται η ύπαρξη αυστηρών κανόνων ρύθμισης του υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των δύο συνιστωσών πολιτειών.

Ταυτόχρονα, υπάρχει συναντίληψη πως τα οικονομικά θέματα πρέπει να αντιμετωπιστούν συνολικά και σύμφωνα με τους κανόνες, τις οδηγίες και τις νομοθεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλύπτοντας:

(ι) Το τραπεζικό σύστημα,
(ιι) Τα δημόσια οικονομικά,
(ιιι) Τα αναπτυξιακά θέματα,
v) Τα κοινωνικά θέματα, και
(v) Το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο.

Στο παρόν στάδιο έχουν επίσης επιτευχθεί συναντιλήψεις σε έναν αριθμό άλλων θεμάτων, όπως:

·         Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση θα έχει μια και μόνο ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα.
·         Το επίσημο νόμισμα της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης θα είναι το ευρώ από την πρώτη μέρα.
·         Θα διαμορφωθεί ένα Σύμφωνο Εσωτερικής Σταθερότητας, το οποίο θα διέπεται από Ομοσπονδιακό Νόμο και θα ισχύει σε όλη την επικράτεια της χώρας. Θέλω να αναφέρω πως το Σύμφωνο θα διασφαλίζει ότι συγκεκριμένοι κανόνες για δημοσιονομικό έλλειμμα, δημόσιο χρέος, δαπάνες και έσοδα θα εφαρμόζονται σε όλα τα επίπεδα της Κυβέρνησης (Ομοσπονδιακό, συνιστώσες πολιτείες ακόμα και τοπικές αρχές).
·         Υπάρχει συναντίληψη ότι οι έμμεσοι φόροι θα επιβάλλονται από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, ενώ οι άμεσοι φόροι θα επιβάλλονται από τις συνιστώσες πολιτείες.
·         Όλες οι Κρατικές Ενισχύσεις θα πρέπει να είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
·         Ο περί Εταιρειών Νόμος θα θεσπιστεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο και άρα θα εφαρμόζεται ενιαία σε όλη την επικράτεια της Ενωμένης Κύπρου.
·         Τα συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων, συντάξεων και υγείας θα είναι ξεχωριστά, ενώ σταδιακά και σε βάθος χρόνου θα πρέπει τα χαρακτηριστικά των δύο συστημάτων να συγκλίνουν, αλλά θα είναι χωριστά, η κάθε πολιτεία το δικό της σύστημα.
·          
Πέραν των πιο πάνω, υπάρχουν και άλλα θέματα, ιδιαίτερα σε τεχνικό επίπεδο, στα οποία συνεχίζεται η συζήτηση, ενώ καταγράφονται και διαφορές, κυρίως ως προς:

·         Τη διαδικασία έγκρισης του Ομοσπονδιακού Προϋπολογισμού και των Νόμων,
·         Τη σύνθεση των εποπτικών αρχών, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και θέματα διοίκησης τους,
·         Τη μέθοδο που θα χρησιμοποιείται για την κατανομή των εσόδων από τους έμμεσους φόρους στις συνιστώσες πολιτείες.

Σε αυτό το σημείο, θεωρώ σημαντικό, κυρίες και κύριοι, να υπενθυμίσω ότι έχει επισήμως ζητηθεί τεχνική βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και από τη Διεθνή Τράπεζα, με απώτερο στόχο την ετοιμασία τεχνικών μελετών προς υποστήριξη της εξεύρεσης βιώσιμης λύσης σε ότι αφορά τις οικονομικές πτυχές της επανενωμένης Κύπρου.

Οι εν λόγω μελέτες αναμένεται να εξυπηρετήσουν τους ακόλουθους τρεις υψίστης σημασίας στόχους:
·         Διασφάλιση της βιωσιμότητας της ενοποιημένης οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
·         Εκτίμηση, όσο το δυνατόν ακριβέστερα, του κόστους για το θέμα του περιουσιακού (επανεγκατάσταση, αποζημιώσεις, κτλ), και
·         Εξεύρεση πιθανών πηγών χρηματοδότησης των πτυχών της επιδιωκόμενης λύσης.

Η προεργασία αυτή κρίνεται ως άκρως απαραίτητη για να γνωρίζουμε επιτέλους τα πραγματικά δεδομένα της οικονομικής πτυχής της λύσης και, αναλόγως των ευρημάτων, να μπορούμε να τοποθετηθούμε υπεύθυνα, αλλά να δούμε και πώς αντιμετωπίζονται υπεύθυνα.

Θέλω να σημειώσω πως οι εν λόγω εμπειρογνώμονες έχουν ήδη ξεκινήσει η συλλογή δεδομένων και αναμένεται σύντομα να ετοιμάσουν τη σχετική μελέτη –το πόσο σύντομα δεν είμαι σε θέση βεβαίως να το γνωρίζω.

4ο Κεφάλαιο: Ευρωπαϊκή Ένωση.

Υπάρχει συναντίληψη πως η Ομοσπονδιακή Κύπρος θα πρέπει να ανταποκρίνεται πλήρως και αποτελεσματικά στις υποχρεώσεις της ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό εξάλλου υποδηλοί και η ενεργός εμπλοκή της Ένωσης στις διαπραγματεύσεις, με στόχο τον έλεγχο της συμβατότητας των όσων συζητούνται ή τείνουν προς συμφωνία που κατατίθενται με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Το πιο πάνω είναι ιδιαίτερα σημαντικό, εάν ληφθεί υπόψη η συναντίληψη πως οι όποιες μεταβατικές ρυθμίσεις θα πρέπει να είναι απόλυτα αναγκαίες, απόλυτα συγκεκριμένες και να έχουν το μικρότερο δυνατό εύρος και διάρκεια.

Προς επίτευξη του πιο πάνω, έχει συσταθεί ad hoc Επιτροπή με τεχνοκράτες και από τις δύο κοινότητες και τη συμμετοχή, αναλόγως του θέματος που συζητείται, αντίστοιχου αριθμού εκπροσώπων εμπειρογνωμόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να υπάρξει προσαρμογή και εφαρμογή μετά τη λύση του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε όλη την επικράτεια της Κύπρου.

Σημειώνεται επίσης πως υπάρχουν συναντιλήψεις:

(α) Στην εφαρμογή της αναλογίας 2 προς 1 σε ότι αφορά τους Κύπριους Αξιωματούχους σε πολιτικά ή νομικά αξιώματα στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(β) Στην εφαρμογή της αναλογίας 2 προς 1 σε ότι αφορά τα μέλη της Ευρωβουλής.

(γ) Θα υπάρχει Συμφωνία Συνεργασίας μεταξύ της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και των συνιστωσών πολιτειών σε όσα θέματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμπίπτουν στους τομείς αρμοδιοτήτων των πολιτειών.

(δ) Εκεί όπου η αρμοδιότητα ανήκει στις συνιστώσες πολιτείες, προβλέπεται η δυνατότητα εκπροσώπησης της Κύπρου από αξιωματούχους ή λειτουργούς των συνιστωσών πολιτειών, οι οποίοι όμως θα εκπροσωπούν την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και θα ενεργούν εκ μέρους της με βάση συγκεκριμένες συμφωνημένες οδηγίες.

Την ίδια ώρα, καταγράφεται συναντίληψη για την ανάγκη απρόσκοπτη εφαρμογή του κεκτημένου από την πρώτη μέρα εφαρμογής της λύσης, σε σημαντικούς τομείς πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως, μεταξύ άλλων:

(α) Η τελωνειακή πολιτική και η εφαρμογή του εξωτερικού δασμολογίου,
(β) Ο έλεγχος συνόρων και η μεταναστευτική πολιτική,
(γ) Οικονομική και νομισματική πολιτική,
(δ) Θέματα ανταγωνισμού,
(ε) Η αγροτική πολιτική,
(στ) Η αλιευτική πολιτική, και
(ζ) Η Μεταναστευτική πολιτική.

Θα πρέπει να σημειώσω πως υπάρχουν διαφορές που είναι υπό συζήτηση και αφορούν:

(α) Τη δημιουργία Υπουργείου ή Υφυπουργείου Ευρωπαϊκών Θεμάτων,
(β) Τον τρόπο χειρισμού παραβάσεων του κοινοτικού κεκτημένου, και
(γ) Τον τρόπο λειτουργίας των ενιαίων ρυθμιστικών αρχών που προβλέπονται από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τις συγκεκριμένες διευθετήσεις και προσαρμογές για εφαρμογή τους εντός του ομοσπονδιακού συστήματος.

(Αντιλαμβάνομαι ότι είναι μονότονη και κάπως κουραστική πολλές φορές η ανάλυση είτε νομικών εννοιών είτε και η αναφορά σε πεζά κείμενα που δεν είναι τόσο μεγάλου ενδιαφέροντος, αλλά έχω υποσχεθεί ότι κατ’ αντίθεση με όσα λέγονται περί συσκότισης, θα πρέπει να έχετε πλήρη στοιχεία και εσείς και βεβαίως ο κυπριακός λαός.)

5ο Κεφάλαιο: Εδαφικό

Παρά τις θέσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς ότι το εδαφικό θα πρέπει να συζητηθεί κατά την τελευταία φάση των συνομιλιών για λόγους ασφάλειας από διαρροές κλπ, αυτό που πρέπει να πω θεωρείται ως κοινά αποδεκτό είναι η συζήτης των κριτηρίων που πρέπει να διέπουν τις εδαφικές αναπροσαρμογές. Μακράν της ονοματολογίας που αφήνεται προς το τέλος ή των οποιοδήποτε χαρτών τουλάχιστον –και αυτό γίνεται κατανοητό-, θα πρέπει να συζητηθούν τα κριτήρια, στα οποία θα υπάρξουν οι εδαφικές αναπροσαρμογές.  υπάρχει κατ’ αρχήν συναντίληψη για συζήτηση των κριτηρίων που πρέπει να διέπουν τις εδαφικές αναπροσαρμογές.

Και τούτο γιατί γίνεται κατανοητό ότι οι εδαφικές αναπροσαρμογές συνδέονται απόλυτα με το περιουσιακό και, βεβαίως, με μια σημαντική πτυχή του κόστους της λύσης.

Θα πρέπει να επαναλάβω πως υπάρχει συναντίληψη στη σμίκρυνσης των όποιων χρονοδιαγραμμάτων υλοποίησης των προνοιών της λύσης που θα συμφωνηθεί, με διασφάλιση βεβαίως των συνθηκών επανεγκατάστασης για όλους τους επηρεαζόμενους.

Έχω, την ίδια ώρα και θέλω να είστε απόλυτα ενήμεροι, καταστήσει ξεκάθαρο και σαφές ότι υπάρχουν σαφείς ανυποχώρητες θέσεις όσον αφορά κάποια των κριτηρίων που θα διέπουν τις εδαφικές αναπροσαρμογές.

Επιδίωξη μας ήταν και παραμένει η εξαντλητική διαβούλευση, έτσι ώστε να είναι απόλυτα κατανοητές οι προσδοκίες, αλλά και οι ανησυχίες και της δικής μας πλευράς.

6ο Κεφάλαιο: Ασφάλεια – Εγγυήσεις

Είναι και το θεωρώ ένα κεφαλαιώδες ζήτημα που άπτονται της λύσης του Κυπριακού είναι και το θέμα ασφάλειας και εγγυήσεων.

Η δική μας ξεκάθαρη θέση είναι πως δεν γίνεται αποδεκτό ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υπόκειται στις όποιες μορφές εγγυήσεων.

Αυτό που θεωρώ και πρέπει να το σημειώσω ως σημαντικό ως αξιοσημείωτο είναι η ευρύτερη αντίληψη πως άλλες ήταν οι συνθήκες που επέβαλαν τις εγγυήσεις του 1960 και άλλες είναι οι συνθήκες που επικρατούν σήμερα.

Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η νέα δομή του κράτους και ο ρόλος που θα διαδραματίζει η κάθε κοινότητα στη διοίκηση είτε του ομοσπονδιακού κράτους είτε των συνιστωσών πολιτειών.

Μια παράμετρος, την ίδια ώρα, που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι πως η Ελλάδα δεν θέλει αρνείται να συνεχίσει να διαδραματίζει το ρόλο της εγγυήτριας δύναμης, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο αποποιείται του αναλόγου δικαιώματος εάν δεν το επιθυμούν και οι δύο κοινότητες. Δεν θέλω να προβαίνω σε οποιαδήποτε σχόλια, για ευνόητους λόγους.

Αυτό που θεωρώ επίσης ως άξιο αναφοράς είναι μια θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς, και κάποτε πρέπει να παρακολουθούμε το σύνολο των δηλώσεων και όχι αποσπασματικά, να θεωρούμε ότι για τους όποιους λόγους, που είναι κατ’ εμάς απαράδεκτη, να πιανόμαστε και να θεωρούμε ότι αυτή η αναφορά είναι η μορφή της λύσης ή η μορφή της αδιαλλαξίας. Το θεωρώ άξιο αναφοράς πως το όποιο σύστημα ασφαλείας δεν μπορεί να παρέχει προστασία εις τη μια των κοινοτήτων με τρόπο που θα εκλαμβάνεται ως απειλή από την άλλη κοινότητα. Εάν δηλαδή υπάρχουν ή συνεχίσουν να υπάρχουν στρατεύματα αντιλαμβάνεστε ότι μπορεί να θεωρείται ότι προσφέρει ασφάλεια στη μια κοινότητα, αλλά παράλληλα αποτελεί απειλή για την άλλη –και περιορίζομαι μέχρι εδώ.

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Είναι πασιφανές από τα όσα μέχρι τώρα έχω εκθέσει ότι υπήρξε ικανοποιητική πρόοδος σε κάποια των υπό διαπραγμάτευση κεφαλαίων. Ταυτόχρονα, διαπιστώνονται διαφωνίες σε σειρά άλλων θεμάτων.

Την ίδια ώρα θα πρέπει να επισημάνω πως υπάρχει αριθμός θεμάτων, για τα οποία δεν υπήρξε ακόμα ουσιαστική διαβούλευση ή και που χρειάζονται τεχική επεξεργασία και στήριξη.

Για αυτό ακριβώς το λόγο κατ’ επανάληψη έχω δηλώσει ότι παρά την αξιοσημείωτη πρόοδο που έχει επιτευχθεί, απαιτείται χρόνος προκειμένου να παρουσιάσουμε ενώπιον του λαού μια συνολική λύση. Και όταν λέω χρόνος, εύχομαι αυτό να γίνει το συντομότερο δυνατό και θέλω να ελπίζω ότι, ναι, μπορεί να επιτύχουμε μια λύση μέσα στο τρέχον έτος, το 2016. Ακριβώς, με την προσπάθεια να μην πλανάται ο λαός ότι επίκειται η λύση να μην ακούονται κάποιες απόψεις ότι τάχα ο Πρόεδρος διαπραγματεύεται μακράν της πολιτικής ηγεσίας και πίσω από κλειστές πόρτες και όλως αιφνίδια θα παρουσιάσει τον επόμενο ή τον μεθεπόμενο μήνα λύση για να κληθεί εκβιαστικά ο λαός για να ψηφίσει.

Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που στο Νταβός, κατά τη συνάντηση μου με το Γενικό Γραμματέα, στην παρουσία και του κ. Ακιντζί, έχω εγείρει σειρά σημαντικών θεμάτων που απαιτούν είτε πολιτικές αποφάσεις είτε τεχνοκρατική επεξεργασία.

Στόχος μου είναι να παρουσιαστεί ενώπιον του λαού μια ολοκληρωμένη πρόταση που δεν θα τυγχάνει παρερμηνειών, δεν θα έχει κενά και ασάφειες και θα απαντά στις όποιες ανησυχίες του κυπριακού λαού.

Κύριε Πρόεδρε κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Κατέβαλα προσπάθεια μέσα από μια μακροσκελή ομιλία να ενημερώσω το Σώμα, αλλά και τον λαό για τη μέχρι σήμερα πορεία και τα αποτελέσματα του εν εξελίξει διαλόγου.

Όπως και στην αρχή της ομιλίας μου έχω αναφέρει, πρόθεσή μου δεν είναι να ωραιοποιήσω ή να αποκρύψω τυχόν αδυναμίες ή αρνητικά που καταγράφονται στις διαπραγματεύσεις.

Ταυτόχρονα θέλω να αναφέρω πως υπάρχουν ακόμη θέματα που ευρίσκονται υπό διαπραγμάτευση και η όποια αναφορά εις αυτά θα ήτο ανώφελος ή επιβλαβής.

3η Ενότητα: Διεθνείς, ευρωπαϊκές και περιφερειακές εξελίξεις.

Θέλω τώρα με πάρα πολύ σύντομο τρόπο να δούμε τις διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις σε σχέση και με τις προσπάθειες που καταβάλλονται για λύση του κυπριακού προβλήματος.

Αυτό που θέλω να γίνει από όλους κατανοητό είναι πως οι δυσκολίες που σήμερα αντιμετωπίζουμε ήταν ή θα πρέπει να ήταν αναμενόμενες, αφού μέσα από την πάροδο του χρόνου σημαντικά συστατικά στοιχεία της λύσης αλλοιώνονται πολλές φορές μάλιστα με μη αναστρέψιμο.

Και αν αυτό αποτελεί επιδίωξη της Τουρκίας θα ήτο ανεπίτρεπτο σε εμάς να παραμείνουμε άβουλοι και άτολμοι θεατές, επικαλούμενοι φοβίες, υπαρκτούς ή ανύπαρκτους κινδύνους.

Αυτό που κατά την άποψη μου απαιτείται είναι η συγκροτημένη στρατηγική.

Μια στρατηγική που θα αξιοποιεί τα περιφερειακά, ευρωπαϊκά, αλλά και διεθνή δεδομένα.

Μια στρατηγική που θα αξιολογεί στη δεδομένη στιγμή τα υπέρτερα συμφέροντα των κρατών που εμπλέκονται, ώστε με την ανάληψη συγκεκριμένων δράσεων, αλλά και πρωτοβουλιών, να κάμψουμε την αδιαλλαξία και να ανατρέψουμε την απαράδεκτη κατάσταση πραγμάτων, που σήμερα επικρατεί.

Χωρίς να θέλω να υπεισέλθω σε μια εκτεταμένη πολιτική ανάλυση των συνεργιών που αυτή την περίοδο καταγράφονται, θα ήθελα να μας προβληματίσει:

·         Μπορεί να πραγματωθούν οι στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας να καταστεί ενεργειακός κόμβος στην περιοχή χωρίς τη λύση του Κυπριακού;
·         Μπορεί να πραγματωθούν οι όποιες ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας χωρίς την επίλυση του κυπριακού προβλήματος;
·         Λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές παραμέτρους, αλλά και συνέπειες, από την αντιμετώπιση μιας σειράς θερμών αντιπαραθέσεων, είτε στο εσωτερικό είτε σε περιφερειακό επίπεδο (όπως είναι το μεταναστευτικό, το Κουρδικό, το Συριακό, το Ιράκ, οι σχέσεις με την Ρωσία), θα είναι ή όχι προς όφελος της Τουρκίας ο τερματισμός συντήρησης 43 χιλιάδων κατοχικού στρατού;
·         Θα είναι ή όχι προς όφελος της Τουρκίας ο τερματισμός οικονομικής συντήρησης ενός παράνομου καθεστώτος;

Μέσα στο ίδιο πλαίσιο εμπίπτουν και οι προβληματισμοί που αφορούν το περιφερειακό περιβάλλον.

Ένα περιβάλλον που το διακρίνουν οι συγκρούσεις, οι ασύμμετρες απειλές, η αστάθεια και μια χωρίς προηγούμενο ανθρωπιστική κρίση που απειλεί ακόμη και τη συνοχή της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να μας προβληματίσει και θέτω κάποια ερωτήματα ακριβώς για αυτόν τον προβληματισμό:

·         Είναι ή όχι προς όφελος της διεθνούς κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης η επίλυση ενός μακροχρόνιου προβλήματος και η ενίσχυση του σταθεροποιητικού ρόλου που η Κύπρος μπορεί να διαδραματίσει στην περιοχή;
·         Είναι ή όχι προς όφελος της διεθνούς κοινότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και των χωρών της περιοχής να μετατραπεί η Κύπρος σε ένα μοντέλο ειρηνικής συνύπαρξης Χριστιανών και Μουσουλμάνων;
·         Είναι ή όχι γεγονός η για πρώτη φορά ενεργός εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να επιλύσει ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα; Πότε προηγούμενα είχαμε ανάλογη εμπλοκή της ΕΕ;
·         Η επίλυση του Κυπριακού θα συμβάλει ή όχι στην εξομάλυνση των σχέσεων Τουρκίας-Ελλάδος;
·         Η λύση του Κυπριακού θα είναι ή όχι προς όφελος των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης – ΝΑΤΟ;

Το πόσο ευσταθούν, αντιλαμβάνομαι ότι μας είναι αδιάφορο ενδεχόμενα, εγώ λέω για τις ευρωπαϊκές ή περιφερειακές συγκυρίες που υπάρχουν, που έχουν ανάγκη λόγω και των γεγονότων στην περιοχή και τις μεταξύ τους συνεργασίας, εννοώ ΕΕ – ΝΑΤΟ. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας, λέω ότι είναι ένα κίνητρο. Αλλά θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στα όσα έχω αναφέρει. Το πόσο ευσταθούν οι προβληματισμοί που προανέφερα επιβεβαιώνεται μέσα από το ιδιαίτερα αναβαθμισμένο διεθνές ενδιαφέρον που εκδηλώνεται, με σωρεία επισκέψεων και πρωτοβουλιών που αναλαμβάνονται. Θα πρέπει να αναφέρω ότι τέσσερις Υπουργοί Εξωτερικών των Μονίμων Μελών, αλλά και ο ίδιος ο Φρανσουά Ολάντ, ο ίδιος ο Πρόεδρος της Γαλλίας, βρίσκοντο στην Κύπρο τον Δεκέμβριο; Ή ο Υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, ή όποιοι άλλοι αξιωματούχοι της ΕΕ; Υπάρχει διεθνές ενδιαφέρον, εάν δεν συνέτρεχαν οι λόγοι προβληματισμού που έχω θέσει προηγουμένως;

4η Ενότητα: Προβληματισμοί ως προς την ακολουθητέα πορεία.

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Οι προβληματισμοί που ανέπτυξα απευθύνονται, θέλω να το τονίσω, στο σύνολο του λαού, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

Η λύση του Κυπριακού, αν ενδιαφέρει για τους όποιους άλλους λόγους τη διεθνή κοινότητα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία, θα πρέπει πολύ περισσότερο να ενδιαφέρει τον κυπριακό λαό, αφού είναι ο πρώτος που άμεσα θα καρπωθεί τα οφέλη από μία λύση που θα ανταποκρίνεται, βεβαίως στις προσδοκίες και των δύο κοινοτήτων από τη μια, αλλά και θα καθησυχάζει τις ανησυχίες του.

Για αυτό και μη παραγνωρίζοντας τη ρευστότητα και το ευμετάβλητο της διεθνούς σκηνής, θα πρέπει να μην μείνουμε απαθείς επιτρέποντας στις όποιες σημερινές συγκυρίες να μας ξεπεράσουν. Δεν θα πρέπει δηλαδή η φοβία ή οι εκφραζόμενες ανησυχίες να μην μας επιτρέψουν να αξιοποιήσουμε στον μέγιστο δυνατό βαθμό τα όσα έχω αναφέρει.

Για αυτό, με πολύ σεβασμό, θα ήθελα να ρωτήσω:
·         Υπάρχει άλλη από την επιλογή της συνέχισης και της εντατικοποίησης της προσπάθειας, ώστε το συντομότερο να απαλλαγούμε από την κατοχή ή να μας δώσει επιτέλους την πολυπόθητη επανένωση της πατρίδας μας; Άλλη δηλαδή από την ακολουθούμενη σήμερα διαδικασία;
·         Υπάρχει άλλος τρόπος ανάκτησης εδαφών ή επιστροφής περιουσιών;
·         Υπάρχει άλλη επιλογή ανάσχεσης του εποικισμού;
·         Υπάρχει άλλη οδός αποτροπής της μετατροπής του κατεχόμενου τμήματος σε τουρκική επαρχία;
·         Υπάρχει άλλη μέθοδος διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κατοχύρωσης των τεσσάρων ελευθεριών, με πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε όλη την επικράτεια της χώρας;
·         Υπάρχει άλλη μέθοδος διάσωσης της πολιτιστικής και θρησκευτικής μας κληρονομιάς;

Κυρίες και κύριοι,

Τα ερωτήματα είναι ανεξάντλητα. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ για τα αυτονόητα.

Και θέλω να κάνω ξεκάθαρο, όπως το είπα και προηγουμένως, πως δεν απευθύνομαι μόνο στους Ελληνοκύπριους, αλλά ανάλογοι προβληματισμοί πρέπει να απασχολήσουν και τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, που με νηφαλιότητα θα πρέπει να αναλογιστούν ποιο θα είναι το δικό τους μέλλον σε μια μοιρασμένη πατρίδα ή το όφελός τους από το τερματισμό της παρούσας κατάστασης.

Θα πρέπει να γίνει συνείδηση από όλους, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, πως η επιδιωκόμενη λύση θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ενός αξιοπρεπούς συμβιβασμού, που θα δημιουργεί συνθήκες αλληλοσεβασμού και που δεν θα επιτρέπει την επιβολή της μειοψηφίας επί της πλειοψηφίας, ούτε φυσικά και το αντίστροφο.

Μια συμφωνία που δεν θα δημιουργεί νικητές ή θα αφήνει ηττημένους.

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Έχω επισημάνει μέσα από μία σειρά προβληματισμών ευκαιρίες, αλλά και κινδύνους.

Αυτό που θέλω να σας διαβεβαιώσω, είναι πως η επίκληση των όποιων κινδύνων από τη μη λύση, δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως διάθεση από μέρους μου να αποδεχθώ σχέδιο που δεν θα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες ή τις ανησυχίες του κυπριακού λαού, τις οποίες γνωρίζω πολύ καλά.

Είναι ακριβώς μέσα σε αυτό το πλαίσιο που, ανάμεσα σε άλλα:

·         Αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες εμπλέξαμε για πρώτη φορά ενεργά την Ευρωπαϊκή Ένωση στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού.
·         Αξιοποιήσαμε τον ρόλο μας ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες προς όφελος της περιοχής και της ίδιας της Ένωσης.
·         Δημιουργήσαμε και αξιοποιούμε συνέργιες στη βάση νέων δεδομένων, διαμορφώνοντας περιφερειακές συνεργασίες.
·         Εμβαθύναμε και ενισχύσαμε τις διμερείς μας σχέσεις με παραδοσιακούς φίλους, αλλά και με χώρες που μπορεί να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στις προσπάθειες που καταβάλλουμε.

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Όποιες και αν είναι οι ιδεολογικές μας διαφορές, όποιες και αν είναι ακόμα οι διαφωνίες μας, αυτό που σίγουρα δεν μας χωρίζει είναι το κοινό όραμα απελευθέρωσης και επανένωσης της πατρίδας μας.

Ένα όραμα που αποτελεί ιστορική ευθύνη και χρέος όλων μας, ένα χρέος που δεν θα εξοφληθεί αν δεν πετύχουμε να διασφαλίσουμε στις μέλλουσες γενεές, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, συνθήκες σιγουριάς για ένα ασφαλές μέλλον.

Αυτή, αν θέλετε, είναι και η αξίωση της κοινωνίας που μας παρακολουθεί.