Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

16 Αυγούστου 1960, η Ανεξαρτησία που δεν πιστέψαμε



Σαν σήμερα, 16 Αυγούστου 1960 ανακηρύχθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία.
Η Κ.Δ. ήταν το αποτέλεσμα που έφερε η ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ καθώς και η αρχή των όσων ακολούθησαν.
Οι επίσημες ηγεσίες των ελληνοκυπρίων και των τουρκοκυπρίων δυστυχώς δεν πίστεψαν στο νέο κράτος.
Η καθεμιά θεωρούσε ότι η Ανεξαρτησία ήταν το εφαλτήριο για τον τελικό της στόχο.
Για τη μεν ελληνοκυπριακή η ολοκλήρωση του οράματος της ένωσης και για την δε τουρκοκυπριακή η ολοκλήρωση του οράματος της διχοτόμησης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων από την ώρα της εκλογής τους στα αξιώματα του προέδρου και του αντιπροέδρου έκαναν δηλώσεις ο ένας υπέρ της ένωσης και ο άλλος υπέρ της διχοτόμησης.
Τα υπόλοιπα είναι γνωστά...
Και το πιο τραγελαφικό απ’ όλα, το νέο κράτος δεν αξιώθηκε να διατηρήσει έστω ένα κρατικό ύμνο.
Και χρησιμοποιεί ως ύμνο του, τον ύμνο ενός άλλου κράτους.
Τυχαίο;
Κατά την άποψη μου δεν ήταν καθόλου τυχαίο.
Η ελληνική πληθυσμιακή πλειοψηφία θεωρούσε ότι το κράτος, ιδιαίτερα μετά το 1964 και κάνοντας χρήση του Δικαίου της Ανάγκης, ήταν ένα δεύτερο ελληνικό κράτος.
Και ακόμα και σήμερα, μετά από 41 χρόνια, κάποιοι συνεχίζουν να διατηρούν αυτή την αντίληψη.
Άραγε θα διδαχθούμε κάποτε από την ιστορία;


Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ 1974



Η περίοδος 1963 – 1974 ήταν η πιο ταραγμένη περίοδος της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας αφού οι συγκρούσεις μεταξύ ε/κ και τ/κ αλλά και οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των δύο κοινοτήτων δημιούργησαν πολύ τραυματικές εμπειρίες.

Το μεγαλύτερο κτύπημα ήρθε το 1974 με το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή που εκτός του ότι χώρισανε τους κατοίκους στα δύο, προκάλεσαν και αβάστακτο πόνο στους ανθρώπους.

Κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής σημειώθηκαν και εγκλήματα.
Ένθεν και ένθεν. Όχι μόνο από τη μια πλευρά.
Πόλεμος ήταν.
Δεν έχει σημασία αν τα διέπραξαν στρατιώτες ή άτακτοι. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Νεκροί και αγνοούμενοι ανεξαρτήτως ηλικίας.
Ξέρουμε ότι οι αναφορές σ’ αυτά τα εγκλήματα ενοχλούν μερικούς και στις δύο κοινότητες.

Οι δολοφονίες στο Παλαίκυθρο
Στις 17 Αυγούστου ένα μεγάλο έγκλημα γινόταν στο κατεχόμενο σήμερα Παλαίκυθρο.
Τουρκοκύπριοι εξτρεμιστές επιτέθηκαν στο χωριό. Τέσσερεις νεαροί τουρκοκύπριοι
εκτέλεσαν εν ψυχρώ τις οικογένειες Σουππουρή και Λιασή.
Οι μόνοι που επέζησαν ήταν τα αδέλφια Πέτρος και Κωστάκης Σουππουρής, 10 και 8 χρονών αντίστοιχα. Ο πρώτος είχε μάλιστα τραυματιστεί.

Μετά το έγκλημα μπήκε στο Παλαίκυθρο ο τουρκικός στρατός.
Με διαταγές των αξιωματικών οι τραυματίες μεταφέρθηκαν για περίθαλψη ενώ διατάχθηκε το θάψιμο των νεκρών.
Οι τραυματίες έμειναν περίπου ένα μήνα στο χωριό Βόνη και μετά μεταφέρθηκαν στις ελεύθερες περιοχές.

Τα δύο αδέλφια είδαν τους γονείς, τα αδέλφια και άλλα συγγενικά τους πρόσωπα να πέφτουν νεκρά από τις σφαίρες των δολοφόνων.

Τα οστά σχεδόν όλων των μελών της οικογένειας Σουπουρή βρέθηκαν σε ομαδικό τάφο μετά από εκσκαφές της ΔΕΑ το 2009.
Έτσι μετά από 35 χρόνια ο Πέτρος και ο Κώστας έθαψαν τα οστά των γονιών και των αδελφών τους πλην του αδελφού τους Γιάννη.
Το σημαντικό ήταν πως στην κηδεία παραβρέθηκαν και κατάθεσαν στεφάνια και τουρκοκύπριοι.
Ο Πέτρος εκλαμβάνει αυτή την ενέργεια ως μια έκφραση συγνώμης. Συγνώμης από ανθρώπους της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, οι οποίοι ωστόσο δεν έφταιξαν σε τίποτε. Δεν ήταν αυτοί που εγκλημάτησαν εναντίον της οικογένειας και των ιδίων.

Αλόα, Μαράθα, Σανταλάρι
Στις 14 με 16 Αυγούστου συντελέστηκε ένα άλλο μεγάλο έγκλημα.
Σε τρία τουρκοκυπριακά χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου ελληνοκύπριοι εξτρεμιστές συνέλαβαν, εκτέλεσαν και έκαψαν όσα γυναικόπαιδα βρήκαν στα χωριά Αλόα, Μαράθα και Σανταλάρι.

Για το μακελειό αυτό ελάχιστοι ε/κύπριοι γνώριζαν. Μέχρι που άνοιξαν τα οδοφράγματα.

Έξω από το κάθε χωριό υπάρχουν οι ομαδικοί τάφοι των νεκρών γυναικοπαίδων και γερόντων. Μεταξύ των δολοφονημένων είναι και ένα παιδί 16 ημερών και άλλα παιδιά από 3 μέχρι 15 χρόνων.
Για το έγκλημα αυτό γίνεται αναφορά σε ένα ντοκιμαντέρ του Αντώνη Αγκαστινιώτη.
Ένας βοσκός, ο Κασίμ Ερές, από τους ελάχιστους επιζώντες λέει ότι στις 14 Αυγούστου ήταν έντονη η παρουσία ελληνοκυπριακού στρατού. Κάποιος ελληνοκύπριος γνωστός του από το γειτονικό χωριό Περιστερονοπηγή Αμμοχώστου είδε τον Ερές και σαρκαστικά τον ρώτησε σαρκαστικά: “Ρε Κασίμ, μα ζεις ακόμα;”

Ο Αρίφ Φαϊτ αφηγείται ότι στις 14 Αυγούστου ελληνοκύπριοι συνέλαβαν όλους τους ενήλικες άνδρες μεταφέροντας τους με φορτηγά αρχικά στη Λάρνακα και μετά στη Λεμεσό. Όταν συντελέστηκε το έγκλημα οι ίδιοι δεν ήταν εκεί.
Ο ίδιος έχασε γυναίκα και δύο μικρά παιδιά, το δεύτερο μόλις 16 ημερών.

Στις 20 Αυγούστου έφτασαν στην περιοχή τα στρατεύματα εισβολής. Πληροφορήθηκαν για το συμβάν και ξεκίνησαν εργασίες εκταφής.
Στην Αλόα βρέθηκαν 37 πτώματα. Λίγες μέρες μετά σε σκουπιδότοπο έξω από τη Μαράθα ανευρέθηκαν άλλα 89 διαμελισμένα και καμένα πτώματα.
Το συμβάν έκανε τον γύρο του κόσμου. Μόνο οι ε/κύπριοι δεν έμαθαν ποτέ τίποτε για το έγκλημα αυτό.
Οι εκταφές έγιναν στην παρουσία ξένων δημοσιογράφων και της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών.

Ελιά της Κερύνειας
Πηγαίνοντας ένα μήνα πίσω, η οικογένεια Μάντολες ζούσε το δικό της δράμα, όπως και πολλές άλλες οικογένειες ε/κ και τ/κ.
Στις 21 Ιουλίου τα τουρκικά στρατεύματα μπήκαν στο χωριό Ελιά της Κερύνειας.
Συνέλαβαν δώδεκα άντρες τους οποίους εκτέλεσαν σχεδόν μπροστά στα μάτια των δ
ικών τους. Ανάμεσά τους, ο πατέρας της Χαρίτας Μάντολες, ο άντρας της Ανδρέας, ο σύζυγος της αδελφής της Γιαννούλας, ο σύζυγος της αδελφής της Μάρως, ο θείος και νονός της, ο ξάδελφος της.
Η Χαρίτα Μάντολες αφηγείται ότι οι τούρκοι στρατιώτες τους μάζεψαν σε ένα χώρο στο ύπαιθρο όπου τους εκφόβιζαν και τους απειλούσαν.
Τους απειλούσαν και τους φοβέριζαν.
Έκαναν μάλιστα και εικονικές εκτελέσεις πάνω στους άνδρες.

Η Χαρίτα Μάντολες σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ένας τούρκος στρατιώτης διέλαθε της προσοχής των συστρατιωτών του και κρύφτηκε σε μια μεγάλη κουφάλα μιας ελιάς.
Από εκεί τους έκανε νόημα ότι ήθελε να τους βοηθήσεις.

Σε κάποια στιγμή οι τούρκοι στρατιώτες εκτέλεσαν έναν από τους άνδρες.
Ακολούθησε πανδαιμόνιο πυροβολισμών με το αποτέλεσμα που αναφέραμε πιο πάνω.

Ο τούρκος που ήταν κρυμμένος βοήθησε κάποια από τα παιδιά να διαφύγουν. Οι γυναίκες έμειναν μόνες και άρχισαν να τρέχουν προς το βουνό.

Το έγκλημα της Τόχνης
Στις 15 Αυγούστου ελληνοκύπριοι διέπρατταν άλλο έγκλημα εναντίον τ/κυπρίων από το χωριό Τόχνη της επαρχίας Λάρνακας.
Ελληνοκύπριοι αιχμαλώτισαν τον αντρικό πληθυσμό του χωριού και των γύρω χωριών. Τους μετέφεραν σε περιοχή της Λεμεσού και τους εκτέλεσαν.
Ο μόνος επιζών είναι ο Σουάτ Χουσείν, τότε 19 χρόνων.
Σήμερα οι κάτοικοι της Τόχνης βρίσκονται μαζεμένοι στο χωριό Βουνό, κάτω από τη σημαία στον Πενταδάκτυλο.

Ο Σουάτ αναφέρει ότι μέχρι τις 15 Αυγούστου του 1974 ουσιαστικά δεν είχαν προβλήματα.
Με την έναρξη του δεύτερου γύρου της εισβολής έφτασαν στο χωριό ελληνοκύπριοι στρατιώτες μαζί με τα Ηνωμένα Έθνη για να παραλάβουν ότι οπλισμό είχαν οι τουρκοκύπριοι.

Όταν τα Η.Ε. αποχώρησαν οι ε/κύπριοι, οι περισσότεροι ήταν άτακτοι και όχι οργανωμένος στρατός, άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα.

Στη συνέχεια μάζεψαν ένα λεωφορείο με άνδρες από 14 χρονών και πάνω. Τους μετέφεραν σε ένα άγνωστο μέρος της ορεινής Λεμεσού, μέσα στο δάσος όπου δίπλα υπήρχε μία χαράδρα.
Πριν φτάσουν εκεί τους σταμάτησαν σε ένα μπλόκο έξω από τη Γερμασόγεια.
Οι συνοδοί τους είπαν ειρωνικά ότι επρόκειτο για… τουρίστες.
Μετά από ένα σύντομο έλεγχο έφτασαν στον χώρο της εκτέλεσης.
Εκεί βρίσκονταν στημένα αντίσκηνα και τους είπαν ότι θα έμεναν εκεί.

Ένας από τους συνοδούς είπε ότι θα πήγαινε να φέρει έναν εκσκαφέα και θα επέστρεφε.
Αντί όμως να φύγει έδωσε το σύνθημα της εκτέλεσης.
Τα αυτόματα άρχισαν να κροταλίζουν και όλοι οι αιχμάλωτοι έπεσαν στο έδαφος.
Μόνο ο Σουάτ κατάφερε να επιζήσει. Όταν ηρέμησαν τα πράγματα απομακρύνθηκε τραυματισμένος από το σημείο εκείνο και βρέθηκε αργότερα στο στρατιωτικό νοσοκομείο των Βάσεων Ακρωτηρίου, όπου μετά από τέσσερις μήνες νοσηλείας μεταφέρθηκε στα κατεχόμενα.

Στον ίδιο χώρο, όπως έγινε ύστερα γνωστό, μεταφέρθηκε ακόμα ένα λεωφορείο με τ/κύπριους οι οποίοι είχαν την ίδια τύχη με τους προηγούμενους.

Συνολικά δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ περίπου 80 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και παιδιά.
Σημαντική είναι η αναφορά του Σουάτ ότι όταν ξεκίνησαν οι έρευνες για ανεύρεση των πτωμάτων, οι εγκληματίες ξέθαψαν τα θύματα και τα έθαψαν αλλού.

Ευτυχώς όμως τα λείψανα των περισσοτέρων βρέθηκαν, ταυτοποιήθηκαν και τώρα βρίσκονται θαμμένα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο χωριό Βουνό, όπου και κατοικούν οι περισσότεροι τοχνιώτες τ/κύπριοι.

«Βυζάνεις το ακόμα ρα σιήλλα;»
Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία της Σουλτάνα Κιασίφ η οποία έχασε τον σύζυγο της και τους τέσσερεις γιους της. Ο μικρότερος από τους γιούς της ήταν μόλις 13 χρονών και ο μεγαλύτερος 26 και ο οποίος άφησε τρία παιδιά ορφανά.
Περιγράφει ότι με βάναυσο τρόπο πήραν το 13χρονο παιδί από την αγκαλιά της, παρά τα παρακάλια της, το έβαλαν στο λεωφορείο μαζί με τα αδέλφια και τον πατέρα τους και τους πήραν για εκτέλεση.
Όταν είπε στους εγκληματίες ότι είναι ακόμα παιδί, ένας από αυτούς της είπε με περιφρονητικό ύφος: «Βυζάνεις το ακόμα ρα σιήλλα;»

Η Σουλτάνα, όπως και η κάθε σύζυγος ή μητέρα ελληνοκύπριου ή τουρκοκύπριου διερωτάται σε τι έφταιξαν τα παιδιά και ο σύζυγος της, όπως και οι άλλοι χωριανοί, αφού δεν πείραξαν κανέναν.

Γνωρίζουμε τους δολοφόνους
Σε όλες τις περιπτώσεις, πλην αυτής της Ελιάς τα θύματα γνωρίζουν τους εγκληματίες.
Ο Μουσταφά Ραματάν από τα Κλαυδιά, ήταν τότε 17 χρονών και είχε αδελφή παντρεμένη στην Τόχνη.
Δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά πολλούς από αυτούς που μπήκαν στην Τόχνη.

Τονίζει ότι οι ακραίοι και από τις δύο πλευρές διέπραξαν τα ίδια εγκλήματα εναντίον του λαού, ε/κυπρίων και τ/κυπρίων.

Ειρήνη ο μόνος δρόμος
Όλα αυτά τα θύματα τονίζουν ένα σημαντικό δεδομένο.
Έγιναν όσα έγιναν.
Κανένας δεν ξεχνά τα όσα έγιναν.
Υπογραμμίζουν ότι ο διαχωρισμός πρέπει να τερματιστεί.
Νιώθουν τον εαυτό τους ως κύπριους που του ανήκει αυτός ο τόπος.

Χωρίς να ξεχνούν τους αδικοχαμένους δικούς τους θέλουν να αφήσουν πίσω το οδυνηρό παρελθόν και να προχωρήσουν μπροστά.

Δυνατό το μήνυμα του Πέτρου Σουππουρή: «Εχουμε δύο επιλογές. Η μία είναι να συνεχίσουμε να εκδικούμαστε, να ακολουθούμε εθνικιστική στάση και να συντηρούμε το μίσος. Η άλλη επιλογή είναι συγχωρέσουμε, όπως λέει και η θρησκεία μας και να κοιτάξουμε μπροστά και να δούμε πώς μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά χωρίς να επαναλάβουμε τα ίδια πράγματα».
Υπενθυμίζει ότι οι Γερμανοί κράτησαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και βασανιστηρίων και τα δείχνουν στα παιδιά τους για παραδειγματισμό και αποφυγή επανάληψης του παρελθόντος.

Ο Σουάτ Χουσείν τονίζει: «Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα να ζήσω ξανά με τους ελληνοκύπριους. Ευχή μου είναι να μην ξανακάνουμε τα ίδια λάθη. Κανένας μας δεν θα επωφεληθεί από την επανάληψη του παρελθόντος».

Αυτά τα μηνύματα που στέλλουν οι παθόντες πρέπει να γίνουν η σημαία μας για το μέλλον.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Η σφαγή των 8 Κοντεμενιωτών στο χωριό Κιόνελι



Στις 12 Ιουνίου συμπληρώνονται 57 χρόνια από το αποτρόπαιο έγκλημα που συντελέστηκε εναντίον Ελληνοκύπριων έξω από το χωριό Κιόνελι.

Τουρκοκύπριοι εξτρεμιστές έστησαν ενέδρα και επιτέθηκαν εναντίον περίπου 30-35 άοπλων και ανυπεράσπιστων Ελληνοκύπριων τους οποίους οδήγησαν εκεί άγγλοι αξιωματικοί.

Όλα ξεκίνησαν από μία παρεξήγηση ή από λάθος συνεννόηση.
Βρισκόμαστε στο 1958, στο μέσο της περιόδου δράσης της ΕΟΚΑ και στην όξυνση των πνευμάτων μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Το βρετανικό «Διαίρει και βασίλευε»
Οι βρετανοί αποικιοκράτες εφαρμόζοντας το «Διαίρει και βασίλευε» δημιούργησαν ένα επικουρικό αστυνομικό σώμα στελεχωμένο από Τουρκοκύπριους.
Αυτοί οι επικουρικοί χρησιμοποιήθηκαν σε επιχειρήσεις εναντίον της ΕΟΚΑ, κυρίως
για ανακαλύψεις κρησφυγέτων, συλλήψεις καταζητούμενων, έρευνες και καταστολή διαδηλώσεων.

Η Τουρκοκυπριακή εθνικιστική ηγεσία με επικεφαλής τον Ραούφ Ντενκτάς και την τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ διοργάνωναν βιαιοπραγίες εναντίον των Ελληνοκυπρίων.
Εξτρεμιστές υποκινούσαν επιθέσεις σε ελληνοκυπριακές περιοχές της Λευκωσίας, καίγοντας και καταστρέφοντας περιουσίες.

Ο Γρίβας πέφτει στην παγίδα
Δυστυχώς ο Γρίβας και η ΕΟΚΑ έπεσαν στην παγίδα των Βρετανών κτυπώντας τους επικουρικούς με τον Γρίβα να εντάσσει ομαδικά τους Τουρκοκύπριους ανάμεσα στους εχθρούς των Ελληνοκυπρίων και να τους κηρύσσει τον πόλεμο.
Έτσι μέσα στο 1958 άνοιξε τρία μέτωπα.
Όπως έγραφε ο ίδιος, είχε να αντιμετωπίσει τρεις αντιπάλους: Τους Άγγλους, τους Τούρκους και τους κομμουνιστές.
Σε απάντηση των ενεργειών των ακραίων Τουρκοκυπριακών στοιχείων η ΕΟΚΑ διενεργούσε εκτελέσεις Τουρκοκυπρίων αστυνομικών που υπηρετούσαν είτε στο Επικουρικό σώμα είτε ήταν ανάμεσα στους βασανιστές των συλληφθέντων αγωνιστών.
Το αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί συγκρουσιακή κατάσταση μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Οι Τουρκοκύπριοι σοβινιστές, κάθε φορά που έπεφτε νεκρός από σφαίρες της ΕΟΚΑ ένας Τουρκοκύπριος αστυνομικός πραγματοποιούσαν επιθέσεις εναντίον ελληνοκυπριακών περιουσιών, καταστημάτων, οικιών και αμάχων.

Τα γεγονότα στην Σκυλλούρα
Η όλη ιστορία που κατέληξε στη σφαγή των 8 Κοντεμενιωτών ξεκίνησε από το χωριό Σκυλλούρα.
Το χωριό εκείνη την εποχή κατοικείτο από περίπου 500 Ελληνοκύπριους και 300 Τουρκοκύπριους οι οποίοι ζούσαν ανάμικτοι και χωρίς προστριβές.
Λίγες μέρες πριν τα γεγονότα οι σχέσεις οξύνθηκαν λόγω της γενικότερης κατάστασης που επικρατούσε μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σε ολόκληρη την Κύπρο.

Σύμφωνα με μαρτυρίες το χωριό χωρίστηκε και αμφότερες οι πλευρές δημιούργησαν ομάδες περιφρούρησης φοβούμενη η μια πλευρά επίθεση από την άλλη πλευρά.
Κάτι ανάλογο έγινε σε πολλά άλλα μικτά χωριά είτε χωριά που γειτόνευαν με Τουρκοκυπριακά.

Από λάθος συνθηματικά;
Είναι έντονη η πεποίθηση πως όσα έγιναν οφείλονταν σε παρεξήγηση.
Μέσα στο κλίμα έντασης που δημιουργήθηκε σε ολόκληρη την Κύπρο, στις 12 Ιουνίου 1958 ο επίμονος ήχος της κόρνας ενός αυτοκινήτου εκλήφθηκε από τους Ελληνοκύπριους κατοίκους ως σύνθημα έναρξης επίθεσης από τους Τουρκοκύπριους της Σκυλλούρας.

Όπως αφηγήθηκε στις «Ιστορικές Διαδρομές» του Άστρα ένας από τους επιζώντες Κοντεμενιώτες, ο Τάκης Τσίκκος, λίγο πριν το μεσημέρι ήχησε η καμπάνα του χωριού που εκλήφθηκε ότι σήμανε συναγερμός.
Αρκετοί από τους άντρες που ήταν μαζεμένοι στο καφενείο απέναντι από την Εκκλησία.
Με το κτύπημα της καμπάνας οι θαμώνες συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο όπου μία γυναίκα από την Σκυλλούρα ήρθε με λεωφορείο στο χωριό και κάλεσε βοήθεια.

Αμέσως περίπου 30-35 Κοντεμενιώτες ανέβηκαν σε αυτοκίνητα και κατευθύνθηκαν προς την Σκυλλούρα.
Πριν φτάσουν στο χωριό συνάντησαν ένα συγχωριανό τους που ερχόταν με το φορτηγό του προς τον Κοντεμένο.
Ρώτησαν τον Σταύρο Μαχαιρά που ερχόταν από τη Λευκωσία αν διαπίστωσε κάτι στη Σκυλλούρα και η απάντηση που πήραν ήταν αρνητική.
Δεν τον πίστεψαν και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Μπαίνοντας στην πλατεία του χωριού είδαν μαζεμένους βρετανούς στρατιώτες και αστυνομικούς από τον αστυνομικό σταθμό Γερολάκκου.

Ο στρατός οδήγησε τους Κοντεμενιώτες στον Γερόλακκο για κατάθεση.
Ο υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού Κώστας Ευσταθίου κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ανέλαβε τους κρατούμενους ένας τουρκοκύπριος.
Στον Γερόλακκο τους είπαν ότι δεν μπορούν να τους πάρουν κατάθεση και ότι έπρεπε να πάνε στη Λευκωσία, στο Σαράι.

Από τη Λευκωσία στο Κιόνελι
Σύμφωνα με τον Τ. Τσίκκο, αντί να τους πάρουν στο Σεράι, σταμάτησαν κάπου εκεί κοντά στο παλιό νοσοκομείο (κοντά στη Βουλή) και μετά από λίγη ώρα ξεκίνησαν με κατεύθυνση τον δρόμο της Κερύνειας.

Τους πέρασαν μέσα από το τουρκοκυπριακό χωριό Κιόνελι και λίγο έξω από το χωριό σταμάτησαν τα φορτηγά και τους κατέβασαν.
Ο επικεφαλής αξιωματικός τους είπε να κατέβουν και να πάνε πεζοί στο χωριό τους.
Τους ανάγκασαν να προχωρήσουν αφήνοντας τους μόνους όταν ξαφνικά βρέθηκαν
αντιμέτωποι με μια ομάδα εξαγριωμένων τουρκοκυπρίων εθνικιστών.
Οι τουρκοκύπριοι τους επιτέθηκαν με πυροβόλα όπλα και μαχαίρια σκοτώνοντας 8 από τους Κοντεμενιώτες.

Στην προσπάθεια του να γλιτώσει ο κ. Τσίκκος είδε πεσμένους στο έδαφος σοβαρά τραυματισμένους κάποια από τα θύματα.

Στο μεταξύ οι Άγγλοι οι οποίοι είχαν φύγει από τη σκηνή, όταν εκδηλώθηκε φωτιά στα σπαρμένα της περιοχής, επέστρεψαν έχοντας μαζί τους και ασθενοφόρα.
Μάζεψαν τους νεκρούς και τους τραυματίες και τους μετέφεραν στο νοσοκομείο.

Ο απολογισμός της επίθεσης ήταν 8 νεκροί. Πρόκειται για τους:
1. Χριστόδουλος Σταύρου, 34 χρόνων
2. Πέτρος Σταύρου, 21 χρόνων
3. Ιωάννης Σταύρου, 31 χρόνων
4. Γεώργιος Σταύρου, 17 χρόνων
5. Χαράλαμπος Σταύρου, 34 χρόνων
6. Ευριπίδης Κυριάκου, 24 χρόνων
7. Κώστας Μουρρή, 34 χρόνων
8. Σωτήρης Χατζηβασίλη, 17 χρόνων.

Η δίκη παρωδία
Ως ύποπτοι για το φονικό συνελήφθησαν 9 τουρκοκύπριοι.
Με την γνωστοποίηση της τραγωδίας ο κυβερνήτης Σερ Χιου Φουτ διέταξε έρευνα.
Επικεφαλής της ερευνητικής επιτροπής ορίστηκε ο τότε αρχιδικαστής Σερ Paget J. Bourke.

Η έρευνα ολοκληρώθηκε στις 28 Ιουνίου όμως σύμφωνα με τον Θεόδωρο Κυριακού, του οποίου ο πατέρας σκοτώθηκε στην ενέδρα, αποφασίστηκε όπως το πόρισμα της έρευνας να μην δοθεί στη δημοσιότητα μέχρι να εκδοθεί η δικαστική απόφαση.
Η απόφαση εκδόθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1958.

Η παρέμβαση Φουτ και η επιμονή του αρχιδικαστή
Ρόλο στην διαδικασία διαδραμάτισε και ο κυβερνήτης ο οποίος ενημέρωσε το υπουργείο αποικιών ότι κανένας από τους τουρκοκύπριους δεν θα καταδικαστεί. Κι αυτό έγινε περίπου 40 μέρες πριν από την έκδοση της απόφασης.
Ο Σερ Χιου Φουτ επέμενε ότι δεν έπρεπε να δημοσιοποιηθεί το πόρισμα αφού ο αρχιδικαστής Bourke εξέδωσε ένα πόρισμα που ήταν έντονα καταπελτικό εναντίον των βρετανικών ενεργειών.
Μάλιστα η παράγραφος 18 ενοχοποιούσε πλήρως την βρετανική πλευρά, τονίζοντας πως όλες οι ενέργειες που έγιναν ήταν παράνομες.

Παρά την επιμονή του αρχιδικαστή να δώσει το πόρισμα στη δημοσιότητα τελικά δεν δόθηκε αφού οι πιέσεις τόσο από την ίδια την τοπική κυβέρνηση όσο και από το Λονδίνο ήταν αφόρητες.

Οι δικηγόροι
Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν αθωωτικό για τους κατηγορούμενους, αφού όπως λέει ο Τ. Τσίκκος οι δικαστές ήταν ιδιαίτερα επιεικείς με τους τουρκοκύπριους κατηγορούμενους τους οποίους τελικά αθώωσαν.

Στη δίκη που έγινε τους συγγενείς των δολοφονημένων εκπροσώπησαν οι δικηγόροι Γ. Χρυσαφίνης, Ι. Κληρίδης, Σ. Παυλίδης, Ξ. Κληρίδης, Λ. Δημητριάδης, K. Φάνος, Γ. Λαδάς και Μ. Τριανταφυλλίδης.

Τους Τουρκοκύπριους ύποπτους εκπροσώπησαν οι δικηγόροι Ραούφ Ντενκτάς και Εργούν Μουνίρ.

Το έγκλημα του Κοντεμένου είναι ένα από τα πολλά και ατιμώρητα που έγιναν στη νεότερη ιστορία της Κύπρου.
Εγκλήματα τόσο Ελληνοκυπρίων όσο και Τουρκοκυπρίων.