Στις 5.30 το πρωί ήχησε και πάλι ο ανατριχιαστικός ήχος
των σειρήνων θυμίζοντας το δεύτερο σκέλος του Ιουλιανού εγκλήματος.
Και σήμερα οι θύμισες κατάκλυσαν το μυαλό μου.
Από εκείνη την ώρα δεν έκλεισα μάτι.
Σκεφτόμουνα πολλά και διάφορα.
Στο μυαλό μου ήρθαν οι σκηνές εκείνου του πρωινού.
Ήμουνα 9 χρονών και ο αδελφός μου 10.
Ο αδελφός μου πήγε εκείνη την ώρα στην τουαλέτα. Τον ένιωσα
που σηκώθηκε.
Άκουγα ένα παράξενο βόμβο αλλά δεν έδωσα σημασία.
Επιστρέφοντας τον ακούω να ξυπνάει τον πατέρα μου και να
του λέει: «Παπά, έσιει κάτι μιάλα αεροπλάνα τζιαι κάτι σύρνουν»…
Ο πατέρας μου πετάγεται σαν ελατήριο και τον ακούω να
λέει: «Άπαναϊα μου, ήρταν οι τούρτζιοι!».
Τρέχει στο παράθυρο και τα βλέπει. Μας είπε να
ετοιμαστούμε να φύγουμε από το σπίτι.
Το σπίτι μας ήταν απέναντι από τον αστυνομικό σταθμό του
Γερολάκκου.
Θυμούμαι ότι το απόγευμα της Τετάρτης κάθονταν με το θείο
μου στη βεράντα της κουζίνας η οποία ήταν απέναντι από τον σταθμό.
Ο θείος με καμάρι λέει στον πατέρα μου: «Είδες την
ελληνική σημαία πασ’ την αστυνομία; Σε λλίον εν να γινεί η ένωση».
«Εν η ένωση με την Τουρκία που εν να γινεί ρε» του λέει ο
πατέρας μου.
Όλος ο κόσμος εκτός από τους ΕΟΚΑΒητατζήδες και τους χουντικούς,
ήξεραν ότι τυχόν πραξικόπημα θα σήμαινε τουρκική εισβολή. Είχε άλλωστε
προειδοποιήσει γι’ αυτό πολλές φορές ο Μακάριος.
Φύγαμε, λοιπόν, και πήγαμε στο διόροφο σπίτι της θείας
μου στο κέντρο του χωριού. Κόσμος πολλής ήταν εκεί μέσα.
Οι άνδρες φύγανε για να πάνε στον πόλεμο.
Από τις 6 και κάτι το πρωί άρχισαν οι βομβαρδισμοί. Κράτησαν
μέχρι τις 6 το απόγευμα. Κι αυτό γιατί το χωριό βρίσκεται ακριβώς κάτω από το
αεροδρόμιο Λευκωσίας και δίπλα από το χωριό Μάμμαρι όπου υπήρχαν αποθήκες
οπλισμού της Ε.Φ.
Σε κάποια στιγμή ο πατέρας μου επέστρεψε, νομίζω ήταν προς
το απόγευμα.
Μικροί εμείς δεν πολυκαταλαβαίναμε. Όμως νιώθαμε τον
φόβο, βλέπαμε την αγωνία των γυναικών που ήταν μαζί μας.
Μετά τη λήξη των βομβαρδισμών ακούμε φωνές έξω από το
σπίτι. Βγαίνουμε έξω.
Θυμούμαι ένα άνδρα με πράσινη στρατιωτική στολή και μαύρο
μπερέ έχοντας στραμμένο το όπλο του στον αέρα να φωνάζει να φύγουμε διότι θα
πάρουν το χωριό οι Τούρκοι.
Στο μπερέ και στη ζωστήρα του έγραφε «ΕΟΚΑ Β».
Δεν ξέρω ποιος ήταν, ούτε οι δικοί μου συγκράτησαν τη
φάτσα του. Ήταν όμως χωριανός μας.
Φύγαμε και πήγαμε στο Μιτσερό. Στη διαδρομή τα αυτοκίνητα
ήταν ουρά. Παντού καμένα χωράφια, πάσσαλοι της ηλεκτρικής να καίγονται σαν
λαμπάδες και αεροπλάνα να πετάνε από πάνω μας.
Από τότε πήγαμε τρεις τέσσερεις φορές στο χωριό για να
πάρουμε μερικά πράγματα, με την ελπίδα ότι θα επιστρέφαμε ξανά πίσω.
Η ελπίδα έσβησε στις 14 Αυγούστου στον δεύτερο γύρο της εισβολής.
Αυτό που μας είπε ο ΕΟΚΑΒητατζής έγινε πραγματικότητα
σχεδόν ένα μήνα μετά.
Από εκεί αρχίζει μια άλλη περιπέτεια αξέχαστη κι αυτή. Οι
γονείς μας στέλλουν στην Ελλάδα μαζί με άλλα προσφυγόπουλα. Μόνους μας, χωρίς τους
γονείς μας.
Πάμε στον Πύργο Ηλείας όπου μας φιλοξενούν οικογένειες
για σχεδόν 1 χρόνο.
Νέες εμπειρίες πρωτόγνωρες για μας.
Ας είναι καλά η οικογένειες που μας φιλοξένησαν.
Και μ’ αυτό το κείμενο θα ήθελα να πω για ακόμα μια φορά
ένα μεγάλο ευχαριστώ στην οικογένεια Προκοπίου Μπρη για όσα μας πρόσφερε.
_________________
Σήμερα, 39 χρόνια μετά, μέσα σε συνθήκες οικονομικής
κρίσης και άλλες εξελίξεις αναμένουμε να δούμε πού θα οδηγηθεί το Κυπριακό.
Παρακολουθούμε την κυβέρνηση να προσπαθεί να δικαιώσει το
πραξικόπημα με πρώτο βήμα την κατάθεση στεφανιού στους τάφους των 22
καταδρομέων που επιτέθηκαν στο προεδρικό.
Αναμένουμε να δούμε τι θα ακολουθήσει.
Περισσότερο όμως καίει η κατάσταση της Οικονομίας. Μέχρι πού
θα φτάσει το πράγμα;
Και ασφαλώς είναι και το Κυπριακό που επηρεάζεται από τις
οικονομικές εξελίξεις.
Τα απορριπτικά κόμματα αντιδρούν και πάλι στην προοπτική
μιας λύσης στη βάση της Δ.Δ.Ο.
Πότε θα μας πούνε πραγματικά ποια λύση θέλουν;
Από την άλλη ποια πολιτική θα ακολουθήσει η κυβέρνηση;
Θα μείνει πιστή στα ψηφίσματα των Η.Ε. για λύση Δ.Δ.Ο. ή
θα υποκύψει στον απορριπτισμό του ΔΗΚΟ;
Θα μείνει πιστή στα ψηφίσματα ή θα προχωρήσει στη λύση της
χαλαρής ομοσπονδίας;
Όλα αυτά θα αναμένουμε να τα δούμε στο άμεσο μέλλον.
39 χρόνια μετά κι ακόμα περιμένουμε…

