Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

«Να γιατί δεν νοιάζομαι αν τη γη αυτή τη ζουν Τούρκοι, Έλληνες, Εβραίοι…» Κ. Μάτσης



Ο Κυριάκος Μάτσης μαζί με τον Γρηγόρη Αυξεντίου θεωρούνται ως οι κορυφαίοι των
ηρώων του αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59.
Ο λαός μας ίσως τους κατατάσσει σε αυτή τη θέση λόγω του τρόπου που έφυγαν από τη ζωή αλλά και λόγω του ξεχωριστού χαρακτήρα τους.

Η ζωή και οι συνθήκες θανάτου των δύο μοιάζουν.
Όπως μοιάζουν και στο ότι ήταν συνειδητοποιημένοι στο καθήκον το οποίο ανέλαβαν.
Όπως κι άλλοι βεβαίως που δεν έτυχε να σκοτωθούν.
Είχαν τη δυνατότητα να αποφύγουν τον θάνατο αλλά δεν το έπραξαν.
Προτίμησαν να μην παραδοθούν και να πεθάνουν για την ελευθερία και την πατρίδα.

Ιδιαίτερα ο Μάτσης που είχε την ευκαιρία να πάρει το μεγάλο για την εποχή χρηματικό ποσό που του πρόσφερε ο τότε κυβερνήτης Σερ Τζον Χάρντινγκ.
Το περιστατικό το διηγήθηκε το 1970 ο ίδιος ο στρατάρχης στους Δώρο Άλαστο, Ανδρέα Καραγιώργη και Δρ Όμηρο Χαπίπη που τον συνάντησαν στην Αγγλία.
Κι αυτό το περιστατικό το μετέφερε στο δίτομο βιβλίο του ο Κλείτος Ιωαννίδη:

Μεταφέρω αποσπάσματα από την αφήγηση του πρώην κυβερνήτη:
«Του είπα ότι η Κύπρος άξιζε καλύτερη τύχη, ότι πρέπει να βρεθούν άνθρωποι που σκέπτονται και την αγαπούν για να δώσουν μια λύση. Του είπα ότι πρέπει να συνεργαστεί μαζί μας για το καλό της Κύπρου κλπ, και με τρόπο τον άφησα να καταλάβει ότι ο κακός δαίμονας της Κύπρου ήταν για μένα ο Διγενής και μερικοί γύρω από αυτόν που δημιούργησαν όλην αυτήν την κατάσταση.
Και στη συνέχεια τού ζήτησα συνεργασία. Του υποσχέθηκα, μάλιστα, ότι αν ήταν διατεθειμένος να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε αυτούς τους ανθρώπους, δεν θα τους σκοτώναμε, αλλά θα τους αναγκάζαμε να παραδοθούν και να εκδιωχθούν από την Κύπρο. Και τέλος ότι αυτός δεν θα έμενε χωρίς την ανάλογη αμοιβή. Εκεί στο τραπέζι όπου βρισκόμασταν, ο ένας από τη μια πλευρά κι άλλος από την άλλη, δίπλα βρισκόταν ένα μικρότερο τραπεζάκι, στο οποίο είχαν βάλει έναν καφέ. Είχαμε κι ένα βαλιτσάκι, στο οποίο είχαμε ένα σεβαστό ποσό χρημάτων.
Ο Μάτσης σηκώθηκε απότομα σαν να ήταν ελατήριο, στάθηκε και μου είπε κάτι στα ελληνικά, που δεν κατάλαβα». Ο Δώρος Άλαστος τον ρώτησε: "Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής;". Ο Χάρτινγκ λέει: «Μπορεί, αλλά στη συνέχεια μου είπε στα Αγγλικά ότι δεν πολεμούμε για χρήματα, για δόξα ή για θέσεις, αλλά για την αρετή. Στη συνέχεια θόλωσε το μάτι του Κυριάκου, θύμωσε, με βήμα σταθερό "firm and steady" προχώρησε προς τα κρατητήρια ακολουθούμενος από δύο αξιωματικούς. Ο ένας μάλιστα πήγε μέχρι την πόρτα και γύρισε ρωτώντας με τι θα γίνει και το μόνο που τους είπα ήταν να μην τον ενοχλήσετε πλέον. Διέκοψε τον διάλογο, γύρισε την πλάτη του προς εμένα και, χωρίς να χαιρετήσει, έφυγε…»".

Αυτό το χαρακτηριστικό περιστατικό δεν δείχνει μόνο τον άδολο χαρακτήρα του Κ. Μάτση.
Δείχνει και την υπευθυνότητα αλλά και τη σοβαρότητα του.
Μόνο και μόνο το ότι ο Χάρντινγκ καταδέχθηκε να πάει να τον συναντήσει, να μιλήσει μαζί του αλλά και να συζητήσει μαζί του το πώς θα μπορούσε να βρεθεί μια λύση και να σταματήσει η αναταραχή, δείχνει ότι οι Άγγλοι τον υπολόγιζαν.
Η δεν εντολή του κυβερνήτη να μην τον ξαναενοχλήσουν, δείχνει και τον σεβασμό που έτρεφε ο ίδιος προς τον Κυριάκο.

Να μορφώσω το λαό μου…
Ο Κυριάκος δεν καταγόταν από κάποια αστική ή μεσοαστική οικογένεια.
Είδε το φως του ήλιου τον Ιανουάριο του 1926 σε ένα αγροτόσπιτο του Παλαιχωρίου.

Έφηβος ακόμα, έγραφε το 1944:
«Θα ριχτώ στον αγώνα. Θα πολεμήσω τίμια και παλληκαρίσια. Θ’ αγωνιστώ για το λαό. Τον βλέπω αμόρφωτο και θέλω να τον μορφώσω, τον βλέπω αδικημένο και θέλω να τον δικαιώσω…».

Δύο χρόνια αργότερα θα βρεθεί φοιτητής στη Θεσσαλονίκη όπου θα σπουδάσει γεωπονία.
Εκεί θα αναμιχθεί στα κοινά δια μέσου των φοιτητικών δράσεων.

Ο αντικομμουνιστής Μάτσης
Ο Κ. Μάτσης δεν είχε σχέση με την αριστερά. Ούτε με το κομουνιστικό κίνημα.
Ήταν αντικομουνιστής, αλλά προσγειωμένος και λογικός, μακριά από κάθε πάθος.

Δεν ήταν άνθρωπος της σύγκρουσης, ήταν άνθρωπος του διαλόγου.
Έγραφε αρκετά αντικομουνιστικά κείμενα, εκφωνούσε ομιλίες εναντίον του κομουνισμού. Ήταν μάλιστα ενεργό στέλεχος της Μορφωτικής Ένωσης Εθνικοφρόνων Φοιτητών.
Αλλά ως εκεί. Υπερασπιζόταν με ήθος την ιδεολογία του πιστεύοντας ότι αυτή εξυπηρετεί την πατρίδα του.

Είναι γνωστή η περίπτωση όπου μετέβη στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί ένα συμφοιτητή του κομουνιστή (κύπριο) Γιαννάκη Δρουσιώτη.
Ο Δρουσιώτης ήταν αρχηγός της κομμουνιστικής ομάδας «Λαϊκός Εκδικητής», μέλος της νεολαίας του ΚΚΕ και είχε ενεργή συμμετοχή στην Αντίσταση.
Μαζί με τον Μάτση είχε πάει για υπεράσπιση του Δρουσιώτη ακόμα ένας κύπριος, ο Πολεμής Ακύλας.

Ο Δρουσιώτης (που πέθανε στις 16 Νοεμβρίου 2015) και οι συγκατηγορούμενοι του καταδικάστηκαν τελικά σε θάνατο. Η καταδίκη όμως δεν εκτελέστηκε αφού ο Δρουσιώτης πήρε χάρη ως βρετανός υπήκοος, ενώ γλίτωσαν τον θάνατο και οι υπόλοιποι.

Ο Μάτσης έγραφε τότε στο Ημερολόγιο του:
«Έμαθα πάντα στη ζωή ν’ αγαπώ και να εκτιμώ τους ιδεολόγους αγωνιστές που ξέρουν ν’ αγωνιστούν για ένα ιδανικό, αδιάφορο ποιο είναι αυτό, αρκεί να το πιστεύουν. Ο Γιάννης είναι ένας αληθινός ήρωας».

Ο… κομουνιστής Μάτσης!
Όταν αργότερα θα μυείτο στην ΕΟΚΑ και θα αναλάμβανε υπευθυνότητα τομεάρχη, δεν θα ακολουθούσε τον Γρίβα στην καλλιέργεια του εμφυλιοπολεμικού κλίματος που επιδίωκε να δημιουργήσει.

Λέγεται μάλιστα ότι όντας τομεάρχης της ΕΟΚΑ είχε επιχειρήσει να έχει επαφή με Κυπρίους Κομμουνιστές, πράγμα που προκάλεσε και την υποψία σε κάποιους ότι τάχα ήταν και ο ίδιος κομμουνιστής!

Αυτή η στάση του, λοιπόν, οδήγησε κάποιους, ακόμα και ανθρώπους του πνεύματος που ανήκουν στη Δεξιά, να θεωρούν ότι ο Μάτσης ήταν… αριστερός!
Κάτι ανάλογο λέχθηκε και για τον Γρηγόρη Αυξεντίου.
Ωστόσο ούτε το ένα ούτε το άλλο ευσταθούσε.
Ο Αυξεντίου θεωρήθηκε από κάποιους ως αριστερός διότι όπως λέγεται, όταν εργαζόταν ως οδηγός λεωφορείου είχε εγγραφεί στην ΠΕΟ.
Κι έτσι να ήταν, αυτό δεν τον καθιστούσε αριστερό, αφού ο ίδιος κινείτο στη Λύση, στο χώρο της Δεξιάς.
Άλλωστε το ότι ο Γρ. Αυξεντίου δεν ανήκε στην Αριστερά, το επιβεβαίωσε με γραπτή του ανακοίνωση στις 14 Μαΐου 1977 ο πατέρας του, Πιερής Αυξεντίου.

Κάτι ανάλογο ισχύει και για τον Κυριάκο Μάτση.
Η στάση του έναντι των αριστερών, ότι δηλαδή δεν προχωρούσε σε εκτελέσεις αριστερών μόνο και μόνο επειδή έλαβε κάποια διαταγή, αλλά ήθελε να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, δημιούργησε σε κάποιους αυτή την εντύπωση.
Οι κάτοικοι Παλαιχωρίου έχουν να το λένε ότι η παρέμβαση του Κυριάκου Μάτση απέτρεψε την δολοφονία στελέχους της Αριστεράς στο χωριό, όταν πείστηκε ότι οι κατηγορίες τις οποίες του προσήψαν δεν ήταν αληθινές.

Το ότι ο Μάτσης ήταν αριστερός φαίνεται ότι το υιοθέτησε και ο καθηγητής του Πάντειου Πανεπιστημίου Κωνσταντίνος Γιαλλουρίδης.
Σε άρθρο του με τίτλο «Οι παραμορφώσεις του αγώνα», που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» των Αθηνών στις 2 Ιουνίου 2002, έγραφε:
«Όσα μέλη και στελέχη ή οπαδοί του ΑΚΕΛ θέλησαν να γίνουν μέλη του αγώνα εντάχθηκαν και λάμπρυναν με τη συμμετοχή τους ένα κίνημα ελευθερίας και δικαιοσύνης. Τέτοια ήταν και η περίπτωση του ήρωα τομεάρχη της ΕΟΚΑ Κυριάκου Μάτση αλλά φυσικά και του Βάσου Λυσσαρίδη».

Ο Χρ. Γιαλλουρίδης έγραψε αυτό το άρθρο ως συμβολή στη συζήτηση που γινόταν τότε για το ρόλο της Αριστεράς στον αγώνα της ΕΟΚΑ και τις εκτελέσεις των Αριστερών.
Και ασφαλώς ο κ. Γιαλλουρίδης έγραψε τη μεγαλύτερη ιστορική ανακρίβεια του αιώνα.

«Θα βγω πυροβολώντας»
Τον Νοέμβριο του 1958 ο Μάτσης κρυβόταν σε κρησφύγετο στο χωριό Δίκωμο.
Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες η πληροφορία αυτή έφτασε στους Άγγλους.
Ο προδότης είναι γνωστός στους κύκλους της ΕΟΚΑ, όμως αρνούνται να αποκαλύψουν το όνομα του. Έχουν λόγους να το αποκρύβουν. Ακόμα και ο αδελφός του ήρωα, ο Γιαννάκης Μάτσης, δήλωσε πολλές φορές ότι δεν θέλει και δεν χρειάζεται να γνωστοποιηθεί το όνομα!

Στις 19 Νοεμβρίου του 1958 οι Άγγλοι περικυκλώνουν το κρησφύγετο και καλούν τον Μάτση να παραδοθεί.

Φρόντισε πρώτα να διώξει τους συναγωνιστές του, όπως και ο Αυξεντίου, και να μείνει μόνος στο κρησφύγετο.
Άρχισε να καίει διάφορα έγγραφα.
Οι Άγγλοι τον κάλεσαν να παραδοθεί για να πάρουν την γνωστή απάντηση «Αν θα βγω, θα βγω πυροβολώντας»!

Σε απάντηση οι Βρετανοί έριξαν μέσα στο κρησφύγετο χειροβομβίδες σκοτώνοντας τον Κυριάκο.

«Δεν με νοιάζει ποιοι θα διαφεντεύουν αυτό τον τόπο…»
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Μάτσης δεν ήταν ένας άνθρωπος της εποχής του.
Ήταν χρόνια μπροστά από πολλούς άλλους.

Είναι εκπληκτικό το ότι ένας άνθρωπος που έδωσε τη ζωή του για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, είχε μια διαφορετική προσέγγιση από τα δεδομένα της κυπριακής Δεξιάς.

Το 1945, στις 29 Ιουνίου προσφωνώντας συμφοιτητές του, τους έλεγε:
«Εμπρός, λοιπόν, ακρίτες των Εθνικών μας επάλξεων. Ας της δώσουμε το κάθε τι. Και την ζωή μας ακόμα. Γιατί αν πραγματικά μια φορά κανείς πεθαίνει, το να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα, θεία είναι η δάφνη…».

Κι όμως, πάνω απ’ όλα ο Μάτσης έθετε το καλό της χώρας του.
Δοσμένος ψυχή τε και σώματι στα ιδανικά της Ελλάδας και της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, δεν δίστασε να γράψει:
«Να γιατί δεν νοιάζομαι αν τη γη αυτή τη ζουν Τούρκοι, Έλληνες, Εβραίοι… Εκείνο που έχει αξία είναι να τη ζουν αυτοί που την ποτίζουν με τον ιδρώτα τους και να περπατούν πάνω της ελεύθεροι, διαφεντευτές της, κυρίαρχοί της».

Αυτό ήταν που έκανε το Κυριάκο Μάτση να ξεχωρίζει…

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

16 Αυγούστου 1960, η Ανεξαρτησία που δεν πιστέψαμε



Σαν σήμερα, 16 Αυγούστου 1960 ανακηρύχθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία.
Η Κ.Δ. ήταν το αποτέλεσμα που έφερε η ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ καθώς και η αρχή των όσων ακολούθησαν.
Οι επίσημες ηγεσίες των ελληνοκυπρίων και των τουρκοκυπρίων δυστυχώς δεν πίστεψαν στο νέο κράτος.
Η καθεμιά θεωρούσε ότι η Ανεξαρτησία ήταν το εφαλτήριο για τον τελικό της στόχο.
Για τη μεν ελληνοκυπριακή η ολοκλήρωση του οράματος της ένωσης και για την δε τουρκοκυπριακή η ολοκλήρωση του οράματος της διχοτόμησης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων από την ώρα της εκλογής τους στα αξιώματα του προέδρου και του αντιπροέδρου έκαναν δηλώσεις ο ένας υπέρ της ένωσης και ο άλλος υπέρ της διχοτόμησης.
Τα υπόλοιπα είναι γνωστά...
Και το πιο τραγελαφικό απ’ όλα, το νέο κράτος δεν αξιώθηκε να διατηρήσει έστω ένα κρατικό ύμνο.
Και χρησιμοποιεί ως ύμνο του, τον ύμνο ενός άλλου κράτους.
Τυχαίο;
Κατά την άποψη μου δεν ήταν καθόλου τυχαίο.
Η ελληνική πληθυσμιακή πλειοψηφία θεωρούσε ότι το κράτος, ιδιαίτερα μετά το 1964 και κάνοντας χρήση του Δικαίου της Ανάγκης, ήταν ένα δεύτερο ελληνικό κράτος.
Και ακόμα και σήμερα, μετά από 41 χρόνια, κάποιοι συνεχίζουν να διατηρούν αυτή την αντίληψη.
Άραγε θα διδαχθούμε κάποτε από την ιστορία;


Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ 1974



Η περίοδος 1963 – 1974 ήταν η πιο ταραγμένη περίοδος της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας αφού οι συγκρούσεις μεταξύ ε/κ και τ/κ αλλά και οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των δύο κοινοτήτων δημιούργησαν πολύ τραυματικές εμπειρίες.

Το μεγαλύτερο κτύπημα ήρθε το 1974 με το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή που εκτός του ότι χώρισανε τους κατοίκους στα δύο, προκάλεσαν και αβάστακτο πόνο στους ανθρώπους.

Κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής σημειώθηκαν και εγκλήματα.
Ένθεν και ένθεν. Όχι μόνο από τη μια πλευρά.
Πόλεμος ήταν.
Δεν έχει σημασία αν τα διέπραξαν στρατιώτες ή άτακτοι. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Νεκροί και αγνοούμενοι ανεξαρτήτως ηλικίας.
Ξέρουμε ότι οι αναφορές σ’ αυτά τα εγκλήματα ενοχλούν μερικούς και στις δύο κοινότητες.

Οι δολοφονίες στο Παλαίκυθρο
Στις 17 Αυγούστου ένα μεγάλο έγκλημα γινόταν στο κατεχόμενο σήμερα Παλαίκυθρο.
Τουρκοκύπριοι εξτρεμιστές επιτέθηκαν στο χωριό. Τέσσερεις νεαροί τουρκοκύπριοι
εκτέλεσαν εν ψυχρώ τις οικογένειες Σουππουρή και Λιασή.
Οι μόνοι που επέζησαν ήταν τα αδέλφια Πέτρος και Κωστάκης Σουππουρής, 10 και 8 χρονών αντίστοιχα. Ο πρώτος είχε μάλιστα τραυματιστεί.

Μετά το έγκλημα μπήκε στο Παλαίκυθρο ο τουρκικός στρατός.
Με διαταγές των αξιωματικών οι τραυματίες μεταφέρθηκαν για περίθαλψη ενώ διατάχθηκε το θάψιμο των νεκρών.
Οι τραυματίες έμειναν περίπου ένα μήνα στο χωριό Βόνη και μετά μεταφέρθηκαν στις ελεύθερες περιοχές.

Τα δύο αδέλφια είδαν τους γονείς, τα αδέλφια και άλλα συγγενικά τους πρόσωπα να πέφτουν νεκρά από τις σφαίρες των δολοφόνων.

Τα οστά σχεδόν όλων των μελών της οικογένειας Σουπουρή βρέθηκαν σε ομαδικό τάφο μετά από εκσκαφές της ΔΕΑ το 2009.
Έτσι μετά από 35 χρόνια ο Πέτρος και ο Κώστας έθαψαν τα οστά των γονιών και των αδελφών τους πλην του αδελφού τους Γιάννη.
Το σημαντικό ήταν πως στην κηδεία παραβρέθηκαν και κατάθεσαν στεφάνια και τουρκοκύπριοι.
Ο Πέτρος εκλαμβάνει αυτή την ενέργεια ως μια έκφραση συγνώμης. Συγνώμης από ανθρώπους της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, οι οποίοι ωστόσο δεν έφταιξαν σε τίποτε. Δεν ήταν αυτοί που εγκλημάτησαν εναντίον της οικογένειας και των ιδίων.

Αλόα, Μαράθα, Σανταλάρι
Στις 14 με 16 Αυγούστου συντελέστηκε ένα άλλο μεγάλο έγκλημα.
Σε τρία τουρκοκυπριακά χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου ελληνοκύπριοι εξτρεμιστές συνέλαβαν, εκτέλεσαν και έκαψαν όσα γυναικόπαιδα βρήκαν στα χωριά Αλόα, Μαράθα και Σανταλάρι.

Για το μακελειό αυτό ελάχιστοι ε/κύπριοι γνώριζαν. Μέχρι που άνοιξαν τα οδοφράγματα.

Έξω από το κάθε χωριό υπάρχουν οι ομαδικοί τάφοι των νεκρών γυναικοπαίδων και γερόντων. Μεταξύ των δολοφονημένων είναι και ένα παιδί 16 ημερών και άλλα παιδιά από 3 μέχρι 15 χρόνων.
Για το έγκλημα αυτό γίνεται αναφορά σε ένα ντοκιμαντέρ του Αντώνη Αγκαστινιώτη.
Ένας βοσκός, ο Κασίμ Ερές, από τους ελάχιστους επιζώντες λέει ότι στις 14 Αυγούστου ήταν έντονη η παρουσία ελληνοκυπριακού στρατού. Κάποιος ελληνοκύπριος γνωστός του από το γειτονικό χωριό Περιστερονοπηγή Αμμοχώστου είδε τον Ερές και σαρκαστικά τον ρώτησε σαρκαστικά: “Ρε Κασίμ, μα ζεις ακόμα;”

Ο Αρίφ Φαϊτ αφηγείται ότι στις 14 Αυγούστου ελληνοκύπριοι συνέλαβαν όλους τους ενήλικες άνδρες μεταφέροντας τους με φορτηγά αρχικά στη Λάρνακα και μετά στη Λεμεσό. Όταν συντελέστηκε το έγκλημα οι ίδιοι δεν ήταν εκεί.
Ο ίδιος έχασε γυναίκα και δύο μικρά παιδιά, το δεύτερο μόλις 16 ημερών.

Στις 20 Αυγούστου έφτασαν στην περιοχή τα στρατεύματα εισβολής. Πληροφορήθηκαν για το συμβάν και ξεκίνησαν εργασίες εκταφής.
Στην Αλόα βρέθηκαν 37 πτώματα. Λίγες μέρες μετά σε σκουπιδότοπο έξω από τη Μαράθα ανευρέθηκαν άλλα 89 διαμελισμένα και καμένα πτώματα.
Το συμβάν έκανε τον γύρο του κόσμου. Μόνο οι ε/κύπριοι δεν έμαθαν ποτέ τίποτε για το έγκλημα αυτό.
Οι εκταφές έγιναν στην παρουσία ξένων δημοσιογράφων και της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών.

Ελιά της Κερύνειας
Πηγαίνοντας ένα μήνα πίσω, η οικογένεια Μάντολες ζούσε το δικό της δράμα, όπως και πολλές άλλες οικογένειες ε/κ και τ/κ.
Στις 21 Ιουλίου τα τουρκικά στρατεύματα μπήκαν στο χωριό Ελιά της Κερύνειας.
Συνέλαβαν δώδεκα άντρες τους οποίους εκτέλεσαν σχεδόν μπροστά στα μάτια των δ
ικών τους. Ανάμεσά τους, ο πατέρας της Χαρίτας Μάντολες, ο άντρας της Ανδρέας, ο σύζυγος της αδελφής της Γιαννούλας, ο σύζυγος της αδελφής της Μάρως, ο θείος και νονός της, ο ξάδελφος της.
Η Χαρίτα Μάντολες αφηγείται ότι οι τούρκοι στρατιώτες τους μάζεψαν σε ένα χώρο στο ύπαιθρο όπου τους εκφόβιζαν και τους απειλούσαν.
Τους απειλούσαν και τους φοβέριζαν.
Έκαναν μάλιστα και εικονικές εκτελέσεις πάνω στους άνδρες.

Η Χαρίτα Μάντολες σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ένας τούρκος στρατιώτης διέλαθε της προσοχής των συστρατιωτών του και κρύφτηκε σε μια μεγάλη κουφάλα μιας ελιάς.
Από εκεί τους έκανε νόημα ότι ήθελε να τους βοηθήσεις.

Σε κάποια στιγμή οι τούρκοι στρατιώτες εκτέλεσαν έναν από τους άνδρες.
Ακολούθησε πανδαιμόνιο πυροβολισμών με το αποτέλεσμα που αναφέραμε πιο πάνω.

Ο τούρκος που ήταν κρυμμένος βοήθησε κάποια από τα παιδιά να διαφύγουν. Οι γυναίκες έμειναν μόνες και άρχισαν να τρέχουν προς το βουνό.

Το έγκλημα της Τόχνης
Στις 15 Αυγούστου ελληνοκύπριοι διέπρατταν άλλο έγκλημα εναντίον τ/κυπρίων από το χωριό Τόχνη της επαρχίας Λάρνακας.
Ελληνοκύπριοι αιχμαλώτισαν τον αντρικό πληθυσμό του χωριού και των γύρω χωριών. Τους μετέφεραν σε περιοχή της Λεμεσού και τους εκτέλεσαν.
Ο μόνος επιζών είναι ο Σουάτ Χουσείν, τότε 19 χρόνων.
Σήμερα οι κάτοικοι της Τόχνης βρίσκονται μαζεμένοι στο χωριό Βουνό, κάτω από τη σημαία στον Πενταδάκτυλο.

Ο Σουάτ αναφέρει ότι μέχρι τις 15 Αυγούστου του 1974 ουσιαστικά δεν είχαν προβλήματα.
Με την έναρξη του δεύτερου γύρου της εισβολής έφτασαν στο χωριό ελληνοκύπριοι στρατιώτες μαζί με τα Ηνωμένα Έθνη για να παραλάβουν ότι οπλισμό είχαν οι τουρκοκύπριοι.

Όταν τα Η.Ε. αποχώρησαν οι ε/κύπριοι, οι περισσότεροι ήταν άτακτοι και όχι οργανωμένος στρατός, άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα.

Στη συνέχεια μάζεψαν ένα λεωφορείο με άνδρες από 14 χρονών και πάνω. Τους μετέφεραν σε ένα άγνωστο μέρος της ορεινής Λεμεσού, μέσα στο δάσος όπου δίπλα υπήρχε μία χαράδρα.
Πριν φτάσουν εκεί τους σταμάτησαν σε ένα μπλόκο έξω από τη Γερμασόγεια.
Οι συνοδοί τους είπαν ειρωνικά ότι επρόκειτο για… τουρίστες.
Μετά από ένα σύντομο έλεγχο έφτασαν στον χώρο της εκτέλεσης.
Εκεί βρίσκονταν στημένα αντίσκηνα και τους είπαν ότι θα έμεναν εκεί.

Ένας από τους συνοδούς είπε ότι θα πήγαινε να φέρει έναν εκσκαφέα και θα επέστρεφε.
Αντί όμως να φύγει έδωσε το σύνθημα της εκτέλεσης.
Τα αυτόματα άρχισαν να κροταλίζουν και όλοι οι αιχμάλωτοι έπεσαν στο έδαφος.
Μόνο ο Σουάτ κατάφερε να επιζήσει. Όταν ηρέμησαν τα πράγματα απομακρύνθηκε τραυματισμένος από το σημείο εκείνο και βρέθηκε αργότερα στο στρατιωτικό νοσοκομείο των Βάσεων Ακρωτηρίου, όπου μετά από τέσσερις μήνες νοσηλείας μεταφέρθηκε στα κατεχόμενα.

Στον ίδιο χώρο, όπως έγινε ύστερα γνωστό, μεταφέρθηκε ακόμα ένα λεωφορείο με τ/κύπριους οι οποίοι είχαν την ίδια τύχη με τους προηγούμενους.

Συνολικά δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ περίπου 80 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και παιδιά.
Σημαντική είναι η αναφορά του Σουάτ ότι όταν ξεκίνησαν οι έρευνες για ανεύρεση των πτωμάτων, οι εγκληματίες ξέθαψαν τα θύματα και τα έθαψαν αλλού.

Ευτυχώς όμως τα λείψανα των περισσοτέρων βρέθηκαν, ταυτοποιήθηκαν και τώρα βρίσκονται θαμμένα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο χωριό Βουνό, όπου και κατοικούν οι περισσότεροι τοχνιώτες τ/κύπριοι.

«Βυζάνεις το ακόμα ρα σιήλλα;»
Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία της Σουλτάνα Κιασίφ η οποία έχασε τον σύζυγο της και τους τέσσερεις γιους της. Ο μικρότερος από τους γιούς της ήταν μόλις 13 χρονών και ο μεγαλύτερος 26 και ο οποίος άφησε τρία παιδιά ορφανά.
Περιγράφει ότι με βάναυσο τρόπο πήραν το 13χρονο παιδί από την αγκαλιά της, παρά τα παρακάλια της, το έβαλαν στο λεωφορείο μαζί με τα αδέλφια και τον πατέρα τους και τους πήραν για εκτέλεση.
Όταν είπε στους εγκληματίες ότι είναι ακόμα παιδί, ένας από αυτούς της είπε με περιφρονητικό ύφος: «Βυζάνεις το ακόμα ρα σιήλλα;»

Η Σουλτάνα, όπως και η κάθε σύζυγος ή μητέρα ελληνοκύπριου ή τουρκοκύπριου διερωτάται σε τι έφταιξαν τα παιδιά και ο σύζυγος της, όπως και οι άλλοι χωριανοί, αφού δεν πείραξαν κανέναν.

Γνωρίζουμε τους δολοφόνους
Σε όλες τις περιπτώσεις, πλην αυτής της Ελιάς τα θύματα γνωρίζουν τους εγκληματίες.
Ο Μουσταφά Ραματάν από τα Κλαυδιά, ήταν τότε 17 χρονών και είχε αδελφή παντρεμένη στην Τόχνη.
Δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά πολλούς από αυτούς που μπήκαν στην Τόχνη.

Τονίζει ότι οι ακραίοι και από τις δύο πλευρές διέπραξαν τα ίδια εγκλήματα εναντίον του λαού, ε/κυπρίων και τ/κυπρίων.

Ειρήνη ο μόνος δρόμος
Όλα αυτά τα θύματα τονίζουν ένα σημαντικό δεδομένο.
Έγιναν όσα έγιναν.
Κανένας δεν ξεχνά τα όσα έγιναν.
Υπογραμμίζουν ότι ο διαχωρισμός πρέπει να τερματιστεί.
Νιώθουν τον εαυτό τους ως κύπριους που του ανήκει αυτός ο τόπος.

Χωρίς να ξεχνούν τους αδικοχαμένους δικούς τους θέλουν να αφήσουν πίσω το οδυνηρό παρελθόν και να προχωρήσουν μπροστά.

Δυνατό το μήνυμα του Πέτρου Σουππουρή: «Εχουμε δύο επιλογές. Η μία είναι να συνεχίσουμε να εκδικούμαστε, να ακολουθούμε εθνικιστική στάση και να συντηρούμε το μίσος. Η άλλη επιλογή είναι συγχωρέσουμε, όπως λέει και η θρησκεία μας και να κοιτάξουμε μπροστά και να δούμε πώς μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά χωρίς να επαναλάβουμε τα ίδια πράγματα».
Υπενθυμίζει ότι οι Γερμανοί κράτησαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και βασανιστηρίων και τα δείχνουν στα παιδιά τους για παραδειγματισμό και αποφυγή επανάληψης του παρελθόντος.

Ο Σουάτ Χουσείν τονίζει: «Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα να ζήσω ξανά με τους ελληνοκύπριους. Ευχή μου είναι να μην ξανακάνουμε τα ίδια λάθη. Κανένας μας δεν θα επωφεληθεί από την επανάληψη του παρελθόντος».

Αυτά τα μηνύματα που στέλλουν οι παθόντες πρέπει να γίνουν η σημαία μας για το μέλλον.