
Συγχωρέστε με για το μεγάλο κείμενο αλλά περιορίστηκα στα απολύτως αναγκαία.
Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει μια συζήτηση στην Κύπρο που αφορά την εθνική ταυτότητα του νησιού.
Μέσα από αυτή τη συζήτηση εκδηλώνεται έντονα ο φόβος ότι αυτή η ταυτότητα κινδυνεύει από πολλούς και διάφορους και με πολλούς και διάφορους τρόπους.
Θεωρώ ότι πριν προχωρήσουμε, θα πρέπει να δώσουμε μια οριστική και αμετάκλητη απάντηση σε ένα καίριο ερώτημα, που για μένα είναι απαντημένο από αιώνες πριν.
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πάρα πολύ εύκολη. Αρκεί να μπορούμε να διακρίνουμε τη διαφορά κάποιων όρων, κυρίως πολιτικών.
Και αυτή τη διαφορά να την κατανοήσουμε χωρίς παρωπίδες ή σκοπιμότητες.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι κανένας δεν διαφωνεί ως προς την εθνική καταγωγή των Κυπρίων.
Και πιστεύω ότι όλοι θα συμφωνείτε ότι περίπου το 80% είναι Ελληνικής καταγωγής, περίπου το 18% είναι τουρκικής καταγωγής και το υπόλοιπο κομμάτι ανήκει σε άλλες εθνικές ή θρησκευτικές κοινότητες.
Άρα, ουδείς απορρίπτει ότι η συντριπτική πλειοψηφία σε αυτό τον τόπο είναι Έλληνες (όπως κι αν ερμηνεύει κανείς αυτό τον όρο).
Επίσης, η ιστορία αυτού του τόπου, όπως αποτυπώνεται πρώτα και κύρια από τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα αλλά και τα αρχαιολογικά μνημεία, μαρτυρούν την ύπαρξη του ελληνικού στοιχείου, τουλάχιστον από την εποχή που αποίκησαν την Κύπρο τα πρώτα ελληνικά φύλα.
Όπως και ουδείς πρέπει να απορρίπτει το γεγονός ότι η Κύπρος δέχθηκε την επιρροή και άλλων πολιτισμών αλλά αποτέλεσε και σταυροδρόμι πολιτισμών.
Έτσι υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να μιλούμε και για μια διαπολιτισμική Κύπρο (άλλοι τη λένε πολυπολιτισμική).
Το ένα, κατά την άποψη μου, δεν αντικρούει και δεν αναιρεί το άλλο.
Όσον αφορά το 18%, αυτό έχει τα δικά του πολιτισμικά και εθνικά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν έχει σημασία να εξετάσουμε από πού και πότε προήλθαν. Σημασία έχει ότι είναι εδώ για μερικούς αιώνες, γεγονός που τους επιτρέπει να διεκδικούν ότι είναι κι αυτοί παιδιά αυτού του τόπου.
Ελπίζω να συμφωνούμε μέχρι εδώ.
Οι ενέργειες εκατέρωθεν (δεν εξετάζω το πώς και το γιατί) οδήγησαν στη δημιουργία ενός ξεχωριστού ανεξάρτητου Κράτους που δεν ήταν ούτε ελληνικό ούτε τουρκικό.
Κι εδώ είναι που πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός των πολιτικών όρων που ανάφερα πιο πάνω.
Μιλούμε για κυπριακό κράτος και όχι έθνος.
Ο όρος «κύπριος» ή «κυπραίος» (όπως λέει και ο φίλος μου ο Γιουτζέλ Κιοσίογλου) θεωρώ ότι δεν βρίσκεται ούτε σε αντίθεση ούτε σε αντίφαση με την εθνική καταγωγή των δύο μεγαλύτερων κοινοτήτων.
Υπάρχει ένα κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ μας. Κοινή κουλτούρα ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή. Γιόρταζαν μαζί Πάσχα και Μπαϊράμι, Χριστούγεννα και Ραμαζάνι.
Οι άνθρωποι των δύο κοινοτήτων συνεννοούνταν μέσο της κυπριακής διαλέκτου.
Τα φαγητά τους είναι τα ίδια.
Βλέπουμε δηλαδή ότι η εθνική και η θρησκευτική διαφορά ερχόταν σε δεύτερη μοίρα.
Φούντωναν όχι τόσο οι θρησκευτικές όσο οι εθνικές διαφορές όταν η μια πλευρά προσπαθούσε να επιβληθεί στην άλλη (δεν εξετάζω – και πάλι – ποιος είχε δίκαιο και ποιος άδικο)*.
Επομένως, η κυπριακή ταυτότητα δεν βρίσκεται σε αντιδιαστολή με την εθνική ταυτότητα (εκατέρωθεν).
ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ;
Έχει αποδειχτεί ότι το ελληνικό στοιχείο στην Κύπρο έχει πολύ δυνατές ρίζες. Και αυτό έχει αποδειχτεί μέσα από την ιστορία όταν μέσα από τόσους αιώνες ολοκληρωτικών και σκληρών κατοχών, ο ελληνισμός άντεξε.
Και ερχόμαστε στο σήμερα.
Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου από τη μια έχουμε ένα νόμιμο κράτος και από την άλλη ένα παράνομο κράτος ξεκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο.
Το πρώτο διασφαλίζει όλα τα δικαιώματα των πολιτών του και κυρίως ελέγχει τις πύλες εισόδου και εξόδου, κάτι που δεν συμβαίνει με το δεύτερο.
Και ακριβώς λόγω αυτής της ανώμαλης κατάστασης, καθημερινά έχουμε φουρνιές παράνομων οικονομικών που κατακλύζουν όχι τα κατεχόμενα αλλά τις ελεύθερες περιοχές μέσω κατεχομένων.
Αυτό έχει ως συνέπεια το μπόλιασμα του ντόπιου πληθυσμού με ξένους, με άλλες κουλτούρες και πολιτισμικές συνήθειες, τα οποία εμένα δεν με ενοχλούν.
Το πρόβλημα είναι αλλού, ότι αύριο μεθαύριο όλοι αυτοί θα αποκτήσουν δικαιώματα με ορατό τον κίνδυνο αλλαγής πολλών δεδομένων.
Από την άλλη έχουμε στο βορρά τη γνωστή κατάσταση η οποία επίσης δημιουργεί αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα.
Αυτά μας οδηγούν σε κάποια ερωτήματα:
1. Η διαιώνιση της υφιστάμενης κατάστασης είναι υπέρ ή εναντίον μας;
2. Η οριστική διχοτόμηση («τοίχος μες στην μέσην») διασφαλίζει τον ελληνισμό στην νότια Κύπρο;
3. Μια ενδεχόμενη λύση που οδηγεί;
Η συνεχής και ανεξέλεγκτη εισροή ξένων (που γίνεται όπως περιέγραψα) στο νότο και εποίκων στο βορρά, εκείνο που απειλείται το κυπριακό στοιχείο εκατέρωθεν.
Μια ενδεχόμενη διχοτόμηση όχι μόνο δεν θα αλλάξει αυτό το δεδομένο αλλά θα το ενισχύσει ακόμα περισσότερο διότι οι ομάδες των εποίκων στα κατεχόμενα, σε κάποια στιγμή θα ψάξουν για ζωτικό χώρο. Και που θα τον βρουν;
Μια λύση όμως θα λύσει αυτό το πρόβλημα. Η εισροή εποίκων θα σταματήσει καθώς και η ανεξέλεγκτη εισροή μεταναστών αφού το κράτος θα ελέγχει τις ακτές του.
Επομένως η λύση, λύνει σε μεγάλο βαθμό ένα μεγάλο πρόβλημα.
Λένε κάποιοι ότι η λύση θα είναι εκχώρηση δικαιωμάτων στην Τουρκία και έλεγχο της Κύπρου (του νότιου μέρους) από την Τουρκία.
Την ίδια ώρα όμως, υποστηρίζοντας τη μη συγκεκριμένη λύση, τάσσονται υπέρ της παραμονής της υφιστάμενης κατάστασης μέχρι να δούμε που θα οδηγηθούν τα πράγματα.
Και διερωτώμαι κατά πόσον έχουν την εντύπωση ότι το πέρασμα του χρόνου θα αφήσει αναλλοίωτα τα σημερινά δεδομένα. Απόδειξη ότι δεν θα τα αφήσει, είναι μια σύγκριση της κατάστασης πριν 10 χρόνια με το σήμερα.
Τι μας λένε στην ουσία; Να μείνουμε όπως είμαστε!
Είναι κι αυτό μια λύση, αλλά εδώ δημιουργείται μια αντίφαση:
Δεν έχουν πρόβλημα να αφήσουν στην Τουρκία τη μισή Κύπρο – και η οποία θα γίνει πραγματικό προτεκτοράτο και τουρκική επαρχία – έχουν πρόβλημα όμως να οδηγηθούμε σε ένα κοινό κράτος με τους τ/κύπριους διότι, λένε, θα ελέγχεται από την Τουρκία.
Ο τελευταίος παράγοντας είναι το γνωστό θέμα με τα βιβλία της ιστορίας που πιστεύω ότι η συζήτηση έχει εξαντληθεί.
Απλώς επισημαίνω ότι συζητούμε αυτό το θέμα χωρίς να έχουμε μπροστά μας κανένα δεδομένο.
Εν κατακλείδι σημειώνω ότι μια ενδεχόμενη λύση θα προστατεύσει το ντόπιο στοιχείο από μια σειρά κινδύνους οι οποίοι ελλοχεύουν.
Το να τονίζουμε τα κοινά μας χαρακτηριστικά ως κύπριοι, σε καμιά περίπτωση δεν μειώνονται τα εθνικά χαρακτηριστικά.
Αυτό πιστεύω ότι εκείνοι που χρησιμοποιούν τα περί αντιθέτου επιχειρήματα, γνωρίζουν ότι δεν είναι η αλήθεια. Γνωρίζουν ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι.
Όμως προβάλλοντας τα, και «πατώντας» πάνω σε φοβίες και ανασφάλειες των κυπρίων, κερδίζουν δύο πράγματα: α) τη διατήρηση τους στην πολιτική κονίστρα και β) την προβολή τους από τα ΜΜΕ.
Αυτά, λοιπόν, σε γενικές γραμμές και χωρίς να θεωρώ ότι εξάντλησα το θέμα, αναφέρω ότι αυτό το κείμενο γράφτηκε κάτω από πίεση χρόνου.
Πιστεύω όμως ότι προσφέρει τροφή για συζήτηση.
* Προσπάθησα να μην υπεισέλθω σε αναλύσεις που θα προκαλέσουν αντιπαράθεση και να οδηγήσουν αλλού τη συζήτηση. Ελπίζω ότι τελικά δεν θα παρεκτραπούν κάποιοι.